fairplanet
 

 
 
 
 
  • Greek
  • English (United Kingdom)
  • French (Fr)
 

Το βήμα των μεταναστών | Εκτύπωση |
Κυριακή, 07 Σεπτέμβριος 2008 16:59

200.000 παιδιά χωρίς δικαιώματα 
Της Ιωάννας Σωτήρχου

Μπορεί η ελληνική πολιτεία να τα έχει αγνοήσει για χρόνια, αλλά ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι αποφάσισε να ασχοληθεί μαζί τους, όμως όχι για να τους λύσει κανένα πρόβλημα, αλλά για να διαιωνίσει μια νεοελληνική κακοδαιμονία που διογκώνει με την απραξία της: το να είσαι παιδί μεταναστών στην Ελλάδα. Μιλάμε για περίπου 200.000 παιδιά που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στη χώρα μας, χωρίς κανένα δικαίωμα αφ' ότου ενηλικιωθούν.

Η σίγουρή τους εξασφάλιση; Η μόνιμη ανασφάλεια του μετανάστη. Και για να δημιουργούμε από χέρι διαχωρισμούς στους κατοίκους αυτής της χώρας, με τα σχέδιά του το υπουργείο Εσωτερικών προτείνει να δίνεται η ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος στα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται στη χώρα μας. Καταφέρνει έτσι να αγνοεί όχι μόνο τα παιδιά μεταναστών που μεγαλώνουν εδώ, αλλά επίσης τις προτάσεις γνωμοδοτικών του οργάνων, πολιτικών κομμάτων και αντιρατσιστικών - μεταναστευτικών οργανώσεων που ζητούν να τους χορηγείται η ελληνική ιθαγένεια. Μπορεί στον τομέα της πολιτογράφησης- ιθαγένειας η Ελλάδα να πιάνει πάτο, αλλά πέρα βρέχει για την ελληνική κυβέρνηση καθώς με τα ημίμετρα που εισηγείται, συνεχίζει να παραβλέπει υπαρκτές λύσεις που εφαρμόζονται αλλού. Μέχρι πότε, αλήθεια; Από την άλλη, το μόνο που καταφέρνει είναι να ξεσηκώνει αντιδράσεις και να συνεχίζει να ρημάζει ζωές νέων ανθρώπων που μεγάλωσαν ή γεννήθηκαν εδώ στερώντας τους το μέλλον, παιδιά που δεν θα γίνουν Ελληνες ποτέ, παρά μόνο κάτοικοι της χώρας με περιορισμένα δικαιώματα.

Νέοι που έμαθαν να ζουν με το φόβο των αρχών, αυτών που κατά τα άλλα φροντίζουν για την ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών, αφού μόνο τραυματικές εμπειρίες έχουν να διηγηθούν απο την επαφή τους με γραφειοκρατία και αστυνομία. Νέοι που έχουν αγωνιστεί για να τα καταφέρουν στη ζωή τους αλλά είναι αντιμέτωποι με ένα κράτος που τους κόβει τα φτερά και δεν τους αφήνει να πετάξουν. Μπορεί να καμαρώνουμε στη θέα παιδιών ελλήνων μεταναστών που τα καταφέρνουν στο εξωτερικό. Μήπως όμως θα'πρεπε να ντρεπόμαστε γιατί στα παιδιά τούτης της χώρας με γονείς άλλης καταγωγής αρνούμαστε το ίδιο;


«Δεν μπορούν να περιμένουν»

Λίγο καιρό πριν το Υπουργείο Εσωτερικών πρότεινε σε νομοσχέδιό του για τη... δημοτική Αστυνομία τη χορήγηση της ιδιότητας του επί μακρόν διαμένοντος μόνο στα παιδιά που έχουν γεννηθεί εδώ. Γεγονός που αφενός εξαιρεί όσα παιδιά μεγάλωσαν και ζουν εδώ και αφετέρου αγνοεί ένα πάγιο αίτημα οργανώσεων και πολιτικών κομμάτων, τα οποία ίσα δικαιώματα για τα παιδιά που γεννιούνται ή μεγαλώνουν στην Ελλάδα, και κυρίως να τους χορηγείται η ιθαγένεια. 

Αίτημα το οποίο συμμερίζονται γνωμοδοτικά όργανα του υπουργείου: τόσο η Κεντρική Επιτροπή Απλούστευσης Διαδικασιών για το Δημόσιο (ΚΕΑΔ) σε πρόσφατη έκθεσή της, όσο και ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ) Αλέξανδρος Ζαβός, τον οποίο ρωτήσαμε σχετικά: «Η άποψή μου συμπίπτει με την πρόταση της Επιτροπής Απλούστευσης Διαδικασιών στο Δημόσιο για τη χορήγηση της ιθαγένειας, δηλαδή όσον αφορά τα παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και διαμένουν στη χώρα νόμιμα μέχρι την ενηλικίωσή τους, να μπορούν, εφόσον το επιθυμούν και αισθάνονται Ελληνες, να λαμβάνουν την ελληνική ιθαγένεια, διαφορετικά, εάν το επιθυμούν να επιλέγουν την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος.

Αναφορικά με τα παιδιά που έχουν έρθει στη χώρα μας σε μικρή ηλικία, εφόσον οι γονείς τους εξακολουθούν να διαμένουν νομίμως στη χώρα για μία δεκαετία, δίνεται το δικαίωμα στους γονείς να υποβάλουν αίτηση για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας, η οποία αυτομάτως χορηγείται και στα τέκνα, διαφορετικά μετά την ενηλικίωσή τους και εφόσον παραμένουν στη χώρα νόμιμα, μπορούν αυτοτελώς να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση σε αυτούς της ελληνικής ιθαγένειας».

Τι γίνεται αντ' αυτών; Μέχρι σήμερα, μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές τους αντιμετωπίζονται ως οικονομικοί μετανάστες, πρέπει να αποκτήσουν άδεια παραμονής ως εργαζόμενοι και να την ανανεώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, δηλαδή μπαίνουν στη διαδικασία εύρεσης εργασίας και, αν δεν τα καταφέρουν, απειλούνται με απέλαση.

«Τα δικαιώματα των παιδιών έπρεπε να διασφαλιστούν χθες, σήμερα είναι ήδη αργά αλλά κάθε μέρα που περνά τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα», μας λέει ο υπεύθυνος του διαδικτυακού περιοδικού «diavatirio.net» Βασίλης Χρονόπουλος: «Η χορήγηση της ιδιότητας του επί μακρόν διαμένοντος ή οποιασδήποτε άλλης άδειας αόριστης διάρκειας θα μπορούσε να είναι ένα μεταβατικό μέτρο μέχρι να τροποποιηθεί η νομοθεσία για την ιθαγένεια. Τα παιδιά των μεταναστών που ζουν στη χώρα μοιάζουν με τους συνομήλικους τους, πήγαν στα ίδια σχολεία, δεν έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με τις πατρίδες των γονιών τους και σίγουρα έχουν συνδέσει το μέλλον τους με την Ελλάδα. Δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση για τη διάκριση μεταξύ παιδιών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και αυτών που μεγάλωσαν εδώ. Επίσης, δεν αποτελεί λύση η λύση του προβλήματος μερικών παιδιών. Αν θεωρούμε ότι δεν είναι λογικό να απελαύνεται ένας 18χρονος που γεννήθηκε εδώ, γιατί θεωρούμε ότι αυτό είναι λογικό για έναν νέο που ήρθε στη χώρα σε μικρή ηλικία και είναι πλήρως ενταγμένος στην κοινωνία; Και αν θεωρούμε ότι τα παιδιά των μεταναστών πρέπει να μένουν στη χώρα χωρίς τις προϋποθέσεις που αφορούν τους μετανάστες, ποιος είναι ο λόγος που δεν τους αποδίδουμε τα πλήρη δικαιώματα του πολίτη αλλά ουσιαστικά δημιουργούμε μια νέα κατηγορία κατοίκων της χώρας με περιορισμένα δικαιώματα; Αν το μέτρο δεν οδηγεί με σαφήνεια στην ιδιότητα του πολίτη, σε μερικά χρόνια θα έχουμε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που από τη μια πλευρά δεν θα μπορούν να απελαθούν ποτέ αλλά από την άλλη δεν θα μπορούν να συμμετάσχουν πλήρως στη ζωή της χώρας». Ο ίδιος δεν κρύβει την απορία του που «η πολιτική ηγεσία του υπουργείου δεν ακούει αυτούς που η ίδια επέλεξε να τη συμβουλεύουν», αλλά παραδέχεται παρόλα αυτά πως «για πρώτη φορά η λύση διαγράφεται, έστω και αχνά, στον ορίζοντα».

Τροποποίηση του Κώδικα Ιθαγένειας έτσι ώστε να είναι δυνατή η κτήση της ιθαγένειας με τη γέννηση, και πολιτογράφηση των παιδιών που συμπληρώνουν τρία χρόνια στην ελληνική εκπαίδευση χωρίς την υποχρέωση καταβολής παραβόλου είναι τα αιτήματα που θέτει επί τάπητος εκ μέρους της καμπάνιας «Οχι στον ρατσισμό από κούνια» η Σόνια Μητραλιά: «Θέλουμε να υπενθυμήσουμε στην κυβέρνηση ότι στο επίκεντρο αυτής της υπόθεσης βρίσκονται ανθρώπινες ζωές και ότι οι ζωές τόσων δεκάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων της δεύτερης γενιάς μεταναστών είναι πάρα πολύ σημαντικές για να αντιμετωπίζονται λες και πρόκειται για απλά εμπορεύματα εισαγωγής. Γιατί άραγε θα πρέπει αυτοί οι νέοι και νέες να περιμένουν μέχρι τα 18 τους χρόνια για να γίνουν Ελληνες, πράγμα που σημαίνει ότι επί 18 χρόνια δεν έχουν ίσα δικαιώματα, με αποτέλεσμα να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας;

Αλλά όχι μόνον αυτό. Γιατί άραγε εξαιρούνται από την κυβερνητική υπόσχεση οι νέοι και νέες της δεύτερης γενιάς που ήλθαν στην Ελλάδα δέκα χρόνια, έναν χρόνο, έναν μήνα ή ακόμα και μία μέρα μετά από τη γέννησή τους; Πού κολλάει αυτή η εντελώς αυθαίρετη διάκριση; Δυστυχώς, μόνο κάποιος υπερτροφικός σαδισμός προς τους μετανάστες μπορεί να εξηγήσει αυτή τη στάση της ελληνικής πολιτείας που συνοψίζεται σε μια πολιτική ατέλειωτων καραμπινάτων διακρίσεων διανθισμένη από ατέλειωτα απάνθρωπα καψώνια...».

Μας θυμίζει ότι στο πρώτο Σύνταγμα του ανεξάρτητου ελληνικού κράτος, που ψήφισαν στην Τροιζήνα το 1827 οι πρόγονοι που δημιούργησαν αυτή τη χώρα το 1821, προέβλεπαν ότι αρκεί για έναν ξένο να ζει στην Ελλάδα επί ένα μέχρι τρία χρόνια για να μπορεί να πολιτογραφηθεί Ελληνας.

Και ζητά πραγματικές λύσεις εδώ και τώρα και όχι άλλη υποκρισία και ημίμετρα που αποκαλούνται «δήθεν "μεταναστευτική πολιτική", η οποία που ρημάζει ανθρώπινες ζωές και συνάμα δηλητηριάζει με ρατσιστικό φαρμάκι την ελληνική κοινωνία. Γιατί τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα τόσων πολλών νέων συμπατριωτών μας ξενικής καταγωγής δεν μπορούν πια να περιμένουν».

Πρόκειται για ανθρώπους και όχι εμπορεύματα


Ουραγός στην Ευρώπη
 
Ουραγός είναι η Ελλάδα στο θέμα της πρόσβασης στην ιθαγένεια-πολιτογράφηση, χωρίς καμία πρόβλεψη για τα παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί εδώ. Επιπλέον απαιτεί δέκα χρόνια παραμονής στη χώρα για την υποβολή αίτησης, έχει το πιο ακριβό παράβολο στην Ε.Ε. (1.500 ευρώ), ενώ η διοίκηση δεν υποχρεούται απάντησης ή προθεσμίας για την εξέταση της αίτησης. Τα παραπάνω αναφέρονται στον Δείκτη Πολιτικής Ενταξης Μεταναστών (ΜΙΡΕΧ), που πραγματοποίησε μια συγκριτική έρευνα σε 28 χώρες, σύμφωνα με τον οποίο στο θέμα της πρόσβασης στην ιθαγένεια-πολιτογράφηση Ελλάδα και Αυστρία καταλαμβάνουν τις δύο τελευταίες θέσεις.
Τι ακριβώς συμβαίνει, μας εξηγεί ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) Δημήτρης Χριστόπουλος: «Η δεύτερη γενιά μεταναστών, τα παιδιά που γεννιούνται εδώ, δεν έχουν πρόσβαση στην ιθαγένεια με διαφοροποιημένο τρόπο από εκείνον των γονέων τους. Το παράδοξο είναι ότι ο μεν γονέας μπορεί να έρθει εδώ 20 χρόνων και σε 10 χρόνια να ζητήσει και να αποκτήσει την ιθαγένεια, αλλά για το παιδί πρέπει να περάσουν 18 χρόνια, προκειμένου να ενηλικιωθεί για να μπορέσει να τη ζητήσει. Αυτός που κατ' εξοχήν θίγεται είναι αυτός που γεννιέται στη χώρα και του οποίου η μόνη δυνατότητα είναι να την αποκτήσει διά μέσου του γονέα και μόνον αν την αποκτήσει ο γονέας του. Διαφορετικά καλείται να περιμένει την ενηλικίωσή του».

Η ΕΕΔΑ πρόκειται στο προσεχές μέλλον να καταθέσει τις προτάσεις της με τη μορφή σχεδίου νόμου για ένα νέο κώδικα ιθαγένειας που θα θέσει σε δημόσια διαβούλευση.

Τι προτείνετε; «Στην Ελλάδα, το καθεστώς του αλλοδαπού είναι αβέβαιο, δημιουργεί ζητήματα που σχετίζονται με τις διαρκείς νομιμοποιήσεις και επανανομιμοποιήσεις και ένα παιδί παραμένει στην Ελλάδα μέχρι τα 18 του σε καθεστώς αλλοδαπής ιθαγένειας, χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να δηλώσει αν επιθυμεί να αποκτήσει ελληνική ιθαγένεια.

Προτείνουμε λοιπόν μια εναλλακτική διέξοδο ανάμεσα σε τρεις επιλογές που θα του δίνουν τη δυνατότητα είτε να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με τη γέννησή του και να έχει τη δυνατότητα να το επιβεβαιώσει με την ενηλικίωσή του είτε κτήση της ελληνικής ιθαγένειας αυτοδίκαια με την ενηλικίωσή του, είτε με την ενηλικίωσή του να μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στην απόκτηση ιθαγένειας και τη μακρά διαμονή. Η ρύθμιση που προτείνει το υπουργείο Εσωτερικών έχει το εξής πρόβλημα: θα ήταν καλή αν ήταν μία από τις επιλογές που είχε το παιδί των μεταναστών. Ουσιαστικά όμως διαιωνίζει το πρόβλημα. Ούτως ή άλλως πέρα από τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, υπάρχουν και παιδιά που έρχονται και μεγαλώνουν εδώ. Δεν είναι δυνατόν η πολιτεία να αφήνει έξω αυτά τα παιδιά. Κι εδώ χρειάζεται μια αντίστοιχη ρύθμιση για την ενσωμάτωση αυτού που ονομάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία "η μιάμιση γενιά".

Στον προαναφερθέντα δείκτη, περιγράφονται ακόμη οι καλύτερες πρακτικές που συνάντησαν στην έρευνά τους ανάμεσα στα 28 κράτη που εξετάστηκαν. Αντιγράφουμε: «Το κράτος αξιολογεί τους μετανάστες ως εν δυνάμει πολίτες και διευκολύνει βιώσιμες οδούς προς την ιθαγένεια ως ένα απαραίτητο μέσο ενσωμάτωσης. Ο μετανάστης δικαιούται ιθαγένεια έπειτα από τρία χρόνια νόμιμης παραμονής. Κάθε απόγονος που γεννιέται στη χώρα έχει διπλή υπηκοότητα με τη γέννηση. Δεσμοί διαμονής ή οικογένειας με τη χώρα είναι τα μοναδικά κριτήρια για να πάρει την υπηκοότητα. Ο μόνος όρος που οι αιτούντες οφείλουν να αποδείξουν είναι ότι δεν έχουν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα που ορίζει λεπτομερώς η νομοθεσία. Υπάρχει ασφάλεια υπό το νέο καθεστώς, αφού μπορεί να χάσει την υπηκοότητα μόνο μέσα σε μια περίοδο πέντε χρόνων εφόσον κριθεί ένοχος απάτης για την αποκτησή της. Ωστόσο η ανάκληση δεν μπορεί να εφαρμοστεί να τον καθιστά άπατρι. Επιτρέπεται η επιλογή διατήρησης ή όχι της υπηκοότητας προέλευσης».

Γιατί αλήθεια τα παραπάνω, που δεν είναι καθόλου ουτοπικά, αλλά πρακτικές σε μερικές από τις 28 αναπτυγμένες χώρες που διερευνήθηκαν, να φαντάζουν τόσο εξωπραγματικά για τη χώρα μας, που ακόμη και στα νέα μέτρα που εισηγείται αρνείται να δώσει λύσεις;


Με τον συνεχή φόβο της απέλασης από τη χώρα

Για πόσα παιδιά μεταναστών μιλάμε; Τη σχολική χρονιά 2006-07 υπήρξαν 109.482 «αλλοδαποί» μαθητές σε ελληνικά σχολειά. Τέσσερα χρόνια πριν, το σχολικό έτος 2002-03, από τότε που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχεδόν 34.000 παιδιά βρίσκονταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αν συνυπολογίσει κανείς και όσα παιδιά γεννήθηκαν ή ήρθαν εδώ πριν από το 1998 που το ελληνικό κράτος αναγνώρισε την ύπαρξη μεταναστών και προχώρησε στην καταγραφή και νομιμοποίησή τους, ο αριθμός τους συνολικά θα πρέπει να ξεπερνά τους 200.000, όπως εκτιμούν οι οργανώσεις που ασχολούνται με το θέμα.

Πάνω από 200.000 παιδιά και νέοι λοιπόν, χωρίς δικαιώματα, που γνωρίζουν μόνο την Ελλάδα για πατρίδα, η οποία συστηματικά, όχι απλά τους αγνοεί, αλλά τους αρνείται επισείοντας ως απειλή πάνω τους ακόμα και την απέλαση: σε μια άγνωστη χώρα, που στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε καν τη γλώσσα της δεν γνωρίζουν, η οποία τυχαίνει να είναι χώρα καταγωγής των γονιών τους.

Αυτός όμως ο εκ προοιμίου αποκλεισμός που συνειδητοποιεί το παιδί μεγαλώνοντας, στην εφηβεία του, αφήνει τα σημάδια του από την παιδική ηλικία, όπως μας λέει ο υπεύθυνος του κέντρου ημέρας για την ψυχική υγεία των μεταναστών «Βαβέλ», Νίκος Γκιωνάκης: «Αυτή η εκκρεμότητα, το ότι δεν έχουν χαρτιά, έχει αντανάκλαση στο ψυχικό κομμάτι των παιδιών, καθώς αποτελεί σημαντικό ζήτημα στη διαδικασία δόμησης ταυτότητας που δημιουργεί στο παιδί προβλήματα ένταξης. Οταν έχει ελλιπώς διαμορφωμένη ταυτότητα, δεν ξέρει πού ανήκει και το παιδί έχει ανάγκη να ανήκει κάπου, σε μια ομάδα». Η «Βαβέλ» παρεμβαίνει κυρίως σε παιδιά στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού: τα προβλήματα εδώ εντοπίζονται στη γλώσσα, καθώς οι γονείς τους μιλάνε διαφορετική γλώσσα από αυτή που τα ίδια μαθαίνουν στο σχολείο και μιλάνε με τους φίλους τους, αν έχουν φίλους, γιατί υπάρχουν και προβλήματα κοινωνικής απομόνωσης.

Πώς παρεμβαίνουν; «Αυτό που έχει αποτελέσματα είναι ότι βοηθώντας τα διά μέσου της ενισχυτικής διδασκαλίας, νιώθουν ότι κάποιος ενδιαφέρεται περισσότερο και πιο προσωπικά γι' αυτά, τα βοηθά να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να σταθούν στα πόδια τους έτσι ώστε να διεκδικήσουν την ένταξή τους σε κανονικές ομάδες συνομηλίκων κ.λπ. Αυτά τα παιδιά νιώθουν μεγάλη μοναξιά, η οποία συνήθως επιτείνεται και από την αποτυχία τους στα μαθήματα, που έχει να κάνει με τη μη καλή γνώση της γλώσσας. Και δυστυχώς ο εκπαιδευτικός θεσμός επίσημα λίγο βοηθά. Αντίθετα, υπάρχουν συγκινητικές προσπάθειες από μεμονωμένους δασκάλους σχολείων», μας εξηγεί.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: «Μέχρι πωλήτρια» 

Μια οδύσσεια χωρίς διαφαινόμενο τέλος είναι η ζωή της Φατλίντα που ήρθε στη χώρα μας το 1995, όταν ήταν 13 χρόνων. Και δεκατρία χρόνια αργότερα ακόμη παλεύει για την άδεια παραμονής. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Καθώς δεν υπήρχε καν διαδικασία νομιμοποίησης τότε, άρα οι γονείς της ήταν χωρίς χαρτιά, αντιμετώπισε προβλήματα, ακόμη και στο να πάει στο σχολείο. Επιπλέον, επειδή ήταν σε ηλικία Γυμνασίου, σε αντίθεση με τα αδέρφια της που τα δέχτηκαν πιο άνετα στο Δημοτικό. Σημειώνεται ότι ο τότε υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου με απόφασή του ενέκρινε τις εγγραφές παιδιών μεταναστών στα σχολεία, ανεξαρτήτως του καθεστώτος παραμονής των γονιών τους, αφού οι διαδικασίες καταγραφής και νομιμοποίησης μεταναστών ξεκίνησαν μερικά χρόνια αργότερα. Απόφαση που συνάντησε αντιστάσεις σε αρκετούς διευθυντές σχολείων που δεν την εφάρμοσαν ακριβώς με επιμέλεια. Η Φατλίντα τότε δεν γνώριζε τη γλώσσα, δεν υπήρχαν ενισχυτικές τάξεις διδασκαλίας, ούτε ακόμη πολλά παιδιά σαν και αυτή στο σχολείο. Θυμάται την καθηγήτρια που της είπε «γιατί δεν πας στο αλβανικό σχολείο;»...

Αν και φοβερά απροετοίμαστη όταν ήλθε εδώ, κατάφερε ωστόσο να πετύχει στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου: «Είναι κυρίαρχες οι σπουδές των παιδιών τους για τους μετανάστες κι ας μην έχουν χρήματα», μας λέει. Οχι πως λύθηκε κανένα πρόβλημα επειδή πέρασε Πανεπιστήμιο, αφού μετά το Λύκειο έπρεπε να βρει οπωσδήποτε δουλειά για να έχει αδεια παραμονής. «Το Πανεπιστήμιο σε θεωρεί αλλοδαπό και όχι μετανάστη και δεν κατάφερα να τελειώσω σε έξι χρόνια, οπότε έληξε και η άδεια παραμονής που είχα λόγω σπουδών και έπρεπε πάλι να βρω δουλειά για να φτιάξω άδεια παραμονής. Αυτό είναι πολύ αγχωτικό...».

Για την ακρίβεια, είναι ένα άγχος που δεν τελειώνει ποτέ. Αν και έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της, σήμερα είναι αυτοαπασχολούμενη ως καθαρίστρια για να έχει δουλειά και συνεπώς χαρτιά. Κι όταν τη ρωτάμε αν έχει σχέδια για το μέλλον; Προβάλλει μια αναπόφευκτη πραγματικότητα: «Δεν είναι τόσο εύκολο ούτε καν να μείνουμε εδώ. Παραμένω στον αέρα, δεν έχει αλλάξει κάτι ύστερα από τόσα χρόνια. Το ζήτημα είναι η άμεση σύνδεση με τη νόμιμη αγορά εργασίας, με ένσημα δηλαδή. Εξαρτάται όλη σου η ζωή απ' αυτό το πράγμα: αν δεν έχεις δουλειά τι κάνεις, πού θα βρεις τα λεφτά να πληρώσεις ένσημα. Και δεν σου δίνει και ένα αίσθημα ότι κάτι έχεις κάνει εδώ. Ούτε τίθεται ζήτημα για άδεια αορίστου χρόνου, παρ' όλο που θεωρητικά είχα το δικαίωμα, γιατί κοστίζει 900 ευρώ μόνο το παράβολο και ζητούν για δύο χρονια πριν 8.000 ευρώ εισόδημα, τη στιγμή που ήμουν φοιτήτρια. Πώς θα μπορούσα; Είναι ποσά που δεν έχουν καμιά σχέση με τον τρόπο ζωής που κάνουμε εδώ. Ετσι κατέληξα να καταθέσω για διετή ανανέωση της άδειάς μου, με παράβολο 300 ευρώ , που πάλι δεν είναι εύκολο να τα βρεις, γιατί δεν έχω και συνέχεια δουλειά, ούτε από τους γονείς μου μπορώ να ζητήσω χρήματα σε τέτοια ηλικία. Αυτά είναι τυπικά προβλήματα, τα ίδια αντιμετωπίζει όλος μου ο περίγυρος, γιατί είμαστε και σε μια ηλικία που δεν είναι εύκολο να έχεις σταθερή δουλειά, κυρίως όταν θέλεις να κάνεις κάτι παραπάνω στη ζωή σου και όχι να δουλεύεις σε σουβλατζίδικο».

Οσο για διέξοδο από αυτή τη διαρκή εκκρεμότητα; Μάλλον αδιέξοδο διαγράφεται με το υφιστάμενο καθεστώς: «Και αλλού είναι πολύ δύσκολο να πας. Γιατί στη χώρα προέλευσης υπάρχουν οικονομικά προβλήματα και δεν είναι εύκολο να γυρίσεις. Επιπλέον, έχεις πια έναν περίγυρο εδώ, εδώ είναι οι εμπειρίες σου, έχεις φτιάξει κάπως τη ζωή σου εδώ, έχεις την οικογένεια και τους φίλους σου. Ακόμη δεν μπορείς να βγεις εκτός Ελλάδας λόγω του καθεστώτος που σε κρατά δέσμιο με τη νομιμοποίηση. Δεν μπορώ να εργαστώ σε κάποια χώρα της Ευρώπης αυτή τη στιγμή».

Σε ενοχλεί που δεν είσαι πολίτης αυτής της χώρας;

«Αντιμετωπίζω πολύ πιο πρακτικά προβλήματα. Ας πούμε, σε σχέση με τη δουλειά μου. Πολλά επαγγέλματα δεν μπορείς ούτε καν να τα πλησιάσεις γιατί ζητούν την ελληνική υπηκοότητα, όπως είναι ο δημόσιος τομέας ειδικά σε τέτοια επαγγέλματα όπως είναι αυτό που έχω σπουδάσει, αλλά και για άλλες σπουδές δεν μπορείς μετά να βρεις δουλειά πάνω στο αντικείμενό σου, επειδή δεν επιτρέπεται. Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με συνεχή εμπόδια στη ζωή. Δεν είναι μόνον οι διακρίσεις, είναι ότι δεν μπορείς να πας παραπέρα από το να είσαι πωλήτρια».

Για ποιο νέο παιδί 25 χρόνων μπορεί αυτή η άρνηση μέλλοντος να γίνει δεκτή;


Μια ζωή σαν μυθιστόρημα

Ο Εμίας Τζάνι είναι 30 χρόνων. Ζει τα 24 από αυτά στη χώρα μας, όταν ήρθαν οι γονείς του για σπουδές από τη Ζιμπάμπουε. Παιδί που, αν και η Ελλάδα είναι όλα όσα γνωρίζει και αγαπά, «δεν θα γίνει Ελληνας ποτέ» σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του υπουργείου Εσωτερικών. Εργαζόμενος, με σπουδές ηλεκτρονικού, αναπτύσσει παράλληλα μουσική καριέρα ράπερ με το όνομα «Ζερό». Η ζωή του θα μπορούσε να αποτελεί θέμα ενός μυθιστορήματος, από αυτά που μιλάνε για φυλετικές διακρίσεις, ρατσισμό και καταστολή, τον παραλογισμό μιας αναχρονιστικής διοίκησης. Είναι όμως η πραγματικότητα που έχει βιώσει στη σύγχρονη Ελλάδα. Μας μιλά για αυτήν χωρίς δραματοποιήσεις, με τη μεγαλοψυχία και το χαμόγελο του ανθρώπου που αν και τόσο νέος έχει αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες και συνεχίζει να αγωνίζεται για τη ζωή του.

Μπορεί να έχει κάνει αίτηση πολιτογράφησης πριν από 8 χρόνια -εννοείται χωρίς απόκριση, να στήνεται στις ουρές μετά από τόσα χρόνια εδώ για άδεια παραμονής, «για την έκδοση της οποίας περνά τόσος χρόνος μέχρι να την παραλάβεις που μπορεί να βγει λίγο πριν από τη λήξη της», και να έχει όλα αυτά τα χρόνια μια εκκρεμότητα. Ομως δεν τον νοιάζει για τον εαυτό του. Αυτό που τον καίει είναι το θέμα της αδελφής του, Αθηνάς, 23 χρόνων: «Είναι γεννημένη εδώ, σχολείο έχει πάει μόνο εδώ, πέρασε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και δεν δικαιούται ούτε άδεια παραμονής ούτε ιθαγένεια. Για το υπουργείο Εσωτερικών θεωρείται "άπατρις" επειδή δεν μπορεί να προσκομίσει αφρικανικό διαβατήριο. Ξέρουν όλοι τι γίνεται εκεί, δικτατορία, εμφύλιος, ο πατέρας μου ήταν μέλος της αντιπολίτευσης και όταν επέστρεψε δολοφονήθηκε από μέλη της κυβέρνησης, ποιος τολμάει από την οικογένεια να γυρίσει πίσω για να πάρει αυτό το διαβατήριο; Χώρια τα έξοδα για να πάει να βγάλει αυτά τα χαρτιά. Δηλαδή τι να κάνει; Πώς να τολμήσει να πατήσει το πόδι της στην Αφρική, σε μια χώρα που δεν ξέρει τίποτα και κανέναν; Αυτή τη στιγμή σπουδάζει λογιστική και τώρα που έχει λήξει η προσωρινή άδεια διαμονής, δεν θα μπορεί να δουλέψει ούτε να κάνει το μεταπτυχιακό που θέλει. Της κλείνουν οι πόρτες από παντού. Το κορυφαίο; Ούτε να τη στείλουν στην Αφρική δεν μπορούν, είναι εδώ παγιδευμένη».

Για τον Εμίας, που δικαιούται πλέον πενταετή άδεια παραμονής, παντρεύτηκε και έγινε πατέρας μιας «κούκλας» πριν από λίγους μήνες, ήταν δύσκολη η χρόνια εκκρεμότητα, χώρια που για περίπου δύο χρόνια δεν είχε καν άδεια παραμονής. Μάλιστα, «για ένα διάστημα ήμουν θαμώνας στα αστυνομικά τμήματα: κάθε τρεις και λίγο με σταματούσαν για εξακρίβωση και παρότι τους έδειχνα τα χαρτιά μου, με τράβαγαν στο τμήμα, καμιά φορά και με χειροπέδες, σε μια διαδικασία που διαρκούσε από 6-12 ώρες. Υπήρξε μια βδομάδα που με πήγαν 3 φορές στο τμήμα. Οι αστυνομικοί σε σταματάνε παντού. Κατέβαινα από το βαγόνι του τρένου σε ένα σταθμό. Μπορεί να κατέβαιναν άλλοι 200-300 επιβάτες και ποιους διάλεγαν για εξακρίβωση; Εναν μαύρο, έναν Αλβανό και έναν Πακιστανό. Δε θέλει σκέψη για να καταλάβεις με ποιο κριτήριο τους διαλέξανε...».

Πώς είναι να μεγαλώνεις και να ζεις σε μια χώρα που σου αρνείται να γίνεις πολίτης της;

«Μια πίκρα είναι. Γιατί λες, κι εγώ συνεισφέρω, κάνω ό,τι κάνει ένας Ελληνας, πληρώνω φόρους, προσπαθώ να είμαι εντάξει και έχω να πληρώσω επιπλέον και 150 ευρώ παράβολο για να μένω εδώ και να μην μπορώ ούτε στις δημοτικές να ψηφίσω. Είναι άδικο. Σε άλλες χώρες εκλέγονται Ελληνες, τους ψηφίζουν, μέχρι και στην Αφρική είχαν δικαιώματα. Μου κάνει εντύπωση γιατί ειδικά στην Ελλάδα που είναι η προσωποποίηση της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχει χώρα που να μην υπάρχει ένας Ελληνας, όπως ο μύθος υπάρχει παντού, θα έπρεπε ο Ελληνας πολίτης και το ελληνικό κράτος να δείχνουν περισσότερη κατανόηση για τους μετανάστες...».

Και φυσικά δεν μπορεί να μη βλέπει τα δύο μέτρα και δύο σταθμά.

«Η ιθαγένεια πρέπει να επεκταθεί και στα παιδιά που ζουν εδώ. Κάποιοι καμαρώνουν για τα Ελληνόπουλα που ζουν και διαπρέπουν στο εξωτερικό, αλλά πολλοί από αυτούς αγωνίζονται με τα χρώματα της χώρας όπου ζούνε και όταν τους ρωτούν από πού είναι απαντούν από τη χώρα που έχουν υπηκοότητα: δεν είναι κατακριτέο αλλά απόλυτα λογικό γιατί όλη τους η ζωή είναι εκεί, ό,τι αγαπούν και θέλουν, απλά τυχαίνει οι γονείς τους να πήγαν εκεί από την Ελλάδα. Πώς να αγαπήσουν μια χώρα που δεν την ξέρουν, δεν ξέρουν τη γλώσσα και την Ιστορία της. Αυτοί είναι περισσότερο Ελληνες από μας που μεγαλώνουμε και γεννιόμαστε εδώ, πηγαίνουμε σχολείο εδώ και γνωρίζουμε μόνο αυτή τη χώρα; Ολοι μου οι έρωτες κι ό,τι αγαπώ είναι εδώ, όλοι μου οι φίλοι, όσοι εκτιμώ και θαυμάζω βρίσκονται εδώ στην Ελλάδα. Αν κάποιος τους θίξει, εγώ θα πάω τρέχοντας να τους βοηθήσω ή να πολεμήσω γι' αυτούς. Είναι απλά παράλογο το να μου στερείς το δικαίωμα να αγαπώ αυτή τη χώρα. Γιατί όταν φτάνει κάποιο παιδί στα 20 και του λες "όχι, δεν είσαι Ελληνας", αυτό προσπαθεί να βγάλει από τη ζωή του, την απόρριψη για να μπορέσει να προχωρήσει».

Διηγείται διάφορες ιστορίες ρατσισμού με χιούμορ αλλά και αισιοδοξία. «Το φοβερό είναι όταν πάω να νοικιάσω σπίτι, μιλάμε στο τηλέφωνο, όλα εντάξει και όταν με βλέπουν λένε "δεν θέλουμε ξένους". Μα δεν είμαι ξένος τους λέω. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις: αυτοί οι άνθρωποι σε κάνουν να βλέπεις με ελπίδα τον κόσμο, λες, δεν είναι όλοι σκάρτοι».

Θεωρεί, τέλος, ότι δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση: «Ελεος, πόσο θα τραβήξει πια αυτό το πράγμα; Υπάρχουν αυτά τα παιδιά, που είναι γεννημένα ή μεγαλωμένα εδώ, που δεν έχουν διαβατήρια και αδυνατούν να προσκομίσουν όλα τα χαρτιά που τους ζητούν αλλά φοβούνται να παρουσιαστούν, έχουν μάθει πια να φοβούνται τον κρατικό μηχανισμό γιατί τους έχουν φερθεί άσχημα ή μπορεί να τους συλλάβουν. Ενα παιδί όμως που η οικογένειά του είναι εδώ, με ποια λογική μπορείς να του πεις σήκω φύγε από την Ελλάδα; Είναι απάνθρωπο. Και τολμάνε κάποιοι να υπερηφανεύονται ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, του Ισοκράτη που είπε ότι Ελληνες είναι όσοι μετέχουν στην ελληνική παιδεία και που στην ουσία διδάξανε ανθρωπισμό, φιλοξενία και δικαιοσύνη. Πού είναι; Υπάρχουν κάποιοι ολυμπιονίκες μας, κάποιοι στις εθνικές ομάδες, στους καλλιτεχνικούς κύκλους, οι οποίοι παρότι δεν είχαν τα απαιτούμενα έγγραφα αλλά είχαν τα απαιτούμενα ταλέντα, από το πουθενά τους βγάλανε χαρτιά. Γιατί όχι και σε μας;» ρωτά. Ποιος υπεύθυνος θα του απαντήσει;


Τι πρέπει να αλλάξει:

 Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας για την καμπάνια «Οχι στο ρατσισμό από την κούνια» ζητά:

  • Την τροποποίηση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων για την εγγραφή των παιδιών των μεταναστών στα δημοτολόγια των δήμων όπου γεννιούνται.
  • Την τροποποίηση του Κώδικα Ιθαγένειας έτσι ώστε να είναι δυνατή η κτήση της ιθαγένειας με τη γέννηση και με πολιτογράφηση των παιδιών που συμπληρώνουν 3 χρόνια στην ελληνική εκπαίδευση χωρίς την υποχρέωση καταβολής παραβόλου.
  • Την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
  • Την παροχή, τουλάχιστον, άδειας αόριστης διάρκειας στους μαθητές που φοιτούν στην ελληνική εκπαίδευση.
  • Την προώθηση μέτρων για την ένταξη των μεταναστών και τη στήριξη των μεταναστών δεύτερης γενιάς, μέσα από ενεργητικές πολιτικές που θα αποτρέπουν φαινόμενα αποκλεισμού και ρατσισμού.
     
    ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 30/08/2008


Μετανάστης από επιλογή

Ο δημοσιογράφος Φαμπρίτσιο Γκάτι «μπήκε στο πετσί τους» για το ρεπορτάζ του
Της Βίκης Τσιώρου

«Πρόκειται για ένα ανθρωποκυνηγητό, μάλλον για ένα ψυχολογικό κυνηγητό γιατί έχουν ήδη αιχμαλωτίσει τον άνθρωπο. Ομως οι αστυνομικοί αγνοούν την ταυτότητά του. Και σε αυτόν τον πνευματικό κατατρεγμό πρέπει να προσέχω πολύ. Να αποκρυπτογραφώ ό,τι λέγεται. Ολα τα σημεία της πραγματικότητας που με περιβάλλουν».

Ο άνθρωπος που αφηγείται τα παραπάνω λέγεται Φαμπρίτσιο Γκάτι. Δημοσιογράφος μεγάλων θεμάτων και ερευνών στο ιταλικό περιοδικό «L' Espresso», αποφάσισε να ζήσει πλήρως και εκ των έσω την πνευματική και σωματική περιπέτεια της παρανομίας, την οποία κατέγραψε στη συνέχεια στο βιβλίο του «Ο Μπιλάλ στον δρόμο των λαθρομεταναστών», που σημειώνει μεγάλη επιτυχία σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες: «Η ύπαρξη ενός μετανάστη περιορίζεται σ' ένα παιχνίδι ρόλων. Μια εξαντλητική, περιπετειώδης φυγή, μέσα από τους κανόνες της γλώσσας. Από τον τεράστιο μηχανισμό των σημείων που κάνει έναν άνθρωπο να θεωρηθεί καλός ή κακός, απλώς μέσα από αυτό που θέλει να δείχνει», διαβάζουμε να λέει στη «Λε Μοντ».Ριψοκίνδυνο σχέδιο

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γκάτι επιλέγει αυτόν τον τρόπο για να ξεκινήσει μια κοινωνική έρευνα, δηλαδή διεισδύοντας σε μια ομάδα. Ομως αυτή τη φορά το σχέδιό του είναι πιο ριψοκίνδυνο. Υιοθετεί ένα ψεύτικο όνομα, Μπιλάλ, και υποδύεται έναν μετανάστη προερχόμενο από το Κουρδιστάν. Εχει στην τσέπη του ένα ρολό με μερικά δολάρια, κόλλα για να καλύψει τα δακτυλικά του αποτυπώματα, ένα σωσίβιο, τρεις κονσέρβες σαρδέλες και ένα μπουκάλι νερό: τα ελάχιστα μπαγκάζια ενός λαθρομετανάστη, ενός «αόρατου ανθρώπου» που «δεν τον λογαριάζει κανείς». Αυτός ο άνθρωπος ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους αντιπροσωπεύει τη «νέα κοινωνική τάξη της Ευρώπης του 21ου αιώνα». Σημείο αναχώρησης, το Ντακάρ. Εκεί οι ψαράδες είναι σε απόγνωση. Δεν υπάρχουν πια ψάρια γι' αυτούς: «Ευρωπαϊκά καράβια, μεγάλα σαν εργοστάσια, μαζεύουν όλη την ψαριά και την πηγαίνουν στις χώρες της Ευρώπης», εξηγεί στον Μπιλάλ ένας νεαρός Σενεγαλέζος. Αν δεν υπάρχουν ψάρια, δεν υπάρχουν και λεφτά και πώς να πορευτείς; Δεν μπορείς ούτε οικογένεια να κάνεις, ούτε σχέση, αφού στη χώρα πρέπει να παντρευτείς για να αγγίξεις μια γυναίκα. Η μόνη διέξοδος είναι να φύγεις. Και πού να πας αφού για την ιταλική βίζα χρειάζεσαι 50.000 ευρώ, τη στιγμή που μια οικογένεια ψαράδων κερδίζει 60 με 150 ευρώ τον μήνα; Η μόνη λύση είναι η παράνομη μετανάστευση...

Οπως εκατοντάδες λαθρομετανάστες πριν από αυτόν, ο Μπιλάλ θα πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς... Από το Ντακάρ στην Τρίπολη μέσω Μπαμάκο και Νιαμέι. Στόχος του: να φτάσει στην πόρτα της Ευρώπης, μέσω ενός νησιού που το όνομά του και μόνο σε κάνει να ονειρεύεσαι: Λαμπεντούζα.Έτσι, διασχίζει τη Σαχάρα αγκιστρωμένος σε φορτηγά μαζί με άλλα σώματα που κρέμονται από αυτά σαν τσαμπιά σταφύλια, όπου κινδυνεύει «να αιχμαλωτιστεί από τις οάσεις». Συναντά μέλη της Αλ Κάιντα που παρουσιάζουν «το Ισλάμ σαν μια έξοδο κινδύνου». Διασταυρώνεται με αυτούς που αναλαμβάνουν να τον περάσουν από το ένα μέρος στο άλλο, ανθρώπους χωρίς ηθικές αναστολές οι οποίοι εμφανίζονται τη συγκεκριμένη στιγμή όταν «το ηθικό τον έχει εγκαταλείψει». Γιατί σε αυτήν την άβυσσο που βυθίζονται, οι λαθρομετανάστες γνωρίζουν πως αν τους συμβεί κάτι, κανείς δεν θα έρθει να τους σώσει.

«Κανένας πατέρας, κανένας αδελφός, κανένα κράτος, καμία ανθρωπιστική οργάνωση, καμία από τις κυβερνήσεις των οποίων οι διεφθαρμένες επιλογές τους οδήγησαν εκεί που βρίσκονται δεν θα κλάψουν για τον θάνατό τους», είναι εμπορεύματα στις αγορές των νέων σκλάβων.

Αιχμηρά και ζωντανά

Αυτόν τον επικίνδυνο περίπλου, ο Φαμπρίτσιο Γκάτι έχει το χάρισμα να τον περιγράφει με αιχμηρό και ζωντανό τρόπο. Στην Λαμπεντούζα θέλει να μάθει τα πάντα από τη στιγμή που ένας ξένος κλείνεται στο «κλουβί», όπως λέγεται το κέντρο κράτησης. Προσποιείται λοιπόν τον Κούρδο, καθώς το χρώμα του δέρματός του δεν του επιτρέπει να περάσει για Αφρικανός, μαθαίνει απ' έξω μερικές λέξεις στα κουρδικά και τα αραβικά, όπως και τις πιο μικρές λεπτομέρειες του νέου βιογραφικού του, ρίχνεται στη θάλασσα για να τον «μαζέψουν» οι συνοριακοί φύλακες και να τον μεταφέρουν στο Κέντρο, και όπου, όπως γράφει ο Γκάτι, «οι παρατηρητές των Ηνωμένων Εθνών δεν έχουν ιδέα τι συμβαίνει».Ο Ιταλός δημοσιογράφος περιγράφει λεπρούς φυλακισμένους, αφοδευτήρια βρώμικα, ανθρώπους να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο στα τραπέζια της καντίνας, τη δυσκολία να επικοινωνήσεις με την οικογένεια λόγω της περίεργης διακίνησης των τηλεφωνικών καρτών, τους καραμπινιέρους να ουρλιάζουν, να κάνουν σωματικούς ελέγχους και να χτυπούν... Πραγματική κόλαση... Αναφέρεται επίσης και στον φόβο να γίνεις κυνικός, να αποδεχτείς τη βία...

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες «Ο Μπιλάλ στον δρόμο των λαθρομεταναστών» κατέρριψε τα ρεκόρ πωλήσεων. Στην Ιταλία ο Φ. Γκάτι τιμήθηκε με το Terzani, ένα από τα πιο σημαντικά βραβεία για βιβλία έρευνας. Ο Tiziano Terzani, μεγάλος δημοσιογράφος ερευνών, θα συμφωνούσε με τη βράβευση για αυτό το βιβλίο-έρευνα που καταγράφει καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρητική μελέτη μία από τις πληγές του 21ου αιώνα. Ενα βιβλίο όπου η εμμονή της μαρτυρίας είναι το ίδιο ισχυρή με την ελπίδα των λαθρομεταναστών: «Η μόνη ελπίδα σωτηρίας για εμάς, λέει ένας από αυτούς, είναι να μάθετε τι συμβαίνει». *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ    Ανδρέας Τάκης, βοηθός Συνήγορος του Πολίτη


«Oι  μετανάστες ωθούνται στην εξαθλίωση και την εκμετάλλευση»  
Της Ιωάννας Σωτήρχου
 
Κατά κύματα φτάνουν οι καραβιές των απελπισμένων στα νησιά του Αιγαίου. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από ανέχεια, συγκρούσεις, περιβαλλοντικές καταστροφές, εσχάτως και την πείνα μετά την κρίση στα τρόφιμα, που ξεσήκωσε τους λαούς σε περισσότερες από 15 χώρες. Και δυστυχώς, πύλη εισόδου στην Ε.Ε. -παράδεισο στη φαντασία των φτωχών- είναι και η χώρα μας, που καλείται να διαχειριστεί ένα πρόβλημα το οποίο την ξεπερνά. Ωστόσο, η χώρα μας θα πρέπει να σέβεται την αξία του ανθρώπου στο πρόσωπο όσων βρίσκονται, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στην επικράτειά της, σύμφωνα με το βοηθό Συνήγορο του Πολίτη στον Κύκλο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ανδρέα Τάκη, με τον οποίο συζητήσαμε για το πρόβλημα και τις πιθανές λύσεις του.
 
Μιλώντας με ρεαλισμό προτείνει:

να εγκαταλειφθεί η συλλήβδην κράτηση στα σύνορα ώστε να εκλείψουν τα φαινόμενα εξαθλίωσης και να αναλάβουν από κοινού οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα βάρη της διαχείρισης των μεταναστευτικών ρευμάτων στις μεθοριακές χώρες,
να υπάρξει θεσμική μέριμνα τακτοποίησης όσων είναι αδύνατον να απελαθούν προκειμένου να ανασυρθεί στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής και της προστασίας του νόμου ο σκοτεινός αριθμός των σύγχρονων εν δυνάμει δουλοπάροικων, καθώς όσοι ήρθαν στη χώρα μετά το 2004 αντιμετωπίζουν το θεσμικό αδιέξοδο να μην μπορούν να υπαχθούν σε καμία διαδικασία νομιμοποίησης.

Τον περασμένο Μάρτιο ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών Αθ. Ανδρεουλάκος, σε εκδήλωση της Ύπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες ανέφερε τη σύλληψη 112.000 επίδοξων μεταναστών στα σύνορα μόνο για φέτος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα μεγάλο θέμα. Πού εντοπίζετε τις αιτίες του;

«Σε εμάς αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται ως συνέπεια όλου του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και των εντάσεων που το χαρακτηρίζουν, ενώ το εισπράττουν και άλλοι με διαφορους τρόπους: το Ιράν έχει 7,5 εκατομμύρια πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, από τη σοβιετική εισβολή ώς αυτή του ΝΑΤΟ, και απ' αυτούς σημαντικός αριθμός έχει σκοπό να μετακινηθεί. Η άλλη πηγή είναι φυσικά το Ιράκ, οι ροές από το οποίο δημιουργήθηκαν όχι άμεσα με την εισβολή αλλά με την επιδείνωση της κατάστασης λόγω του εμφυλίου που ξέσπασε. Το Κουρδικό πάντα αποτελεί μια πρόσθετη πηγή από όλες αυτές τις χώρες αλλά και την Τουρκία. Υπάρχει η βιοτική κατάσταση των πληθυσμών σε νοτιοανατολική Ασία, ειδικά Πακιστάν-Μπαγκλαντές και αντίστοιχα και στις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, όπου η οικονομική ανέχεια συναντά τις πολιτικές ταραχές (Σουδάν, Νιγηρία) που αποτελούν διογκούμενες πηγές και δεν πρόκειται να κοπάσουν στο μέλλον. Αυτοί είναι που εμφανίζονται και στις ελληνικές ακτές. Με αυτή την έννοια είναι ένα φαινόμενο που μας υπερβαίνει ως εθνική οντότητα κατά πολύ».

Αυτό το ακούμε σαν δικαιολογία από τις ελληνικές αρχές...

«Και είναι μέχρι ενός σημείου ορθή σαν επισήμανση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για ορισμένες πτυχές της μεταχείρισης που εμείς επιφυλάσσουμε».

Συγκεκριμένα τι συμβαίνει αλλά και τι μπορεί να γίνει;

«Για το τι θα πρέπει να γίνει σε επίπεδο διεθνοπολιτικό, ειδικά στην Ε.Ε., εμείς μπορούμε και πρέπει να έχουμε ουσιώδη συμβολή και πρωτοβουλία, να υποδείξουμε και να προτείνουμε πολιτικές αντί απλώς να σηκώνουμε τα χέρια από την αδυναμία να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Το ζήτημα της μετανάστευσης είναι κάτι το οποίο ορθά έχει καταστεί επίκεντρο κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Σε ορισμένο βαθμό έχουν δίκιο να νιώθουν αδικημένες οι ελληνικές αρχές, λέγοντας στους Βορειοευρωπαίους ομολόγους "μιλάτε για άσχημη μεταχείριση αλλοδαπών αλλά δεν ξέρετε από κοντά πώς είναι το πρόβλημα διαχείρισης αυτής της ροής": με την υφιστάμενη ρύθμιση του κανονισμού "Δουβλίνο 2" οι χώρες πρώτης εισόδου στην Ε.Ε. στις οποίες καταγράφεται ο αλλοδαπός, αναλαμβάνουν και τη διαχείριση της ευθύνης του. Ως εκ τούτου η τυχόν σύλληψή του ως μη τακτοποιημένου αλλοδαπού σε άλλη χώρα συνεπάγεται την επιστροφή του στην αρχική χώρα εισόδου. Ετσι μοιραία οι χώρες της μεθορίου της Ε.Ε. είναι αυτές οι οποίες εκ των πραγμάτων αναλαμβάνουν την ευθύνη των προσώπων αυτών κι ας έχουν ως απώτερο στόχο την εγκατάσταση σε μια άλλη χώρα ευελπιστώντας σε καλύτερες προοπτικές. Οπότε το να μέμφεται κανείς την Ελλάδα για τη δυσμενή μεταχείριση που επιφυλάσσει στους αλλοδαπούς και να το κάνει με το να μη στέλνει πίσω πλέον στην Ελλάδα τους διελθόντες μέσα από αυτήν, όπως έκανε η Νορβηγία και την ακολούθησαν και άλλες χώρες (Σουηδία), είναι υποκριτικό εάν δεν συνοδεύεται θετικά από μια συγκεκριμένη πρόταση για το πώς θα ήταν δυνατόν να αναδεχτούν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες από κοινού τα βάρη και τις συνέπειες των μεταναστευτικών ρευμάτων στο πλαίσιο μιας νέας κατανομής ευθυνών και αρμοδιοτήτων και της ανάληψης κοινών δράσεων, γιατί όχι και της φύλαξης της ελληνικής μεθορίου».

Ωστόσο τι μπορεί να κάνει η χώρα μας μέχρι να υπάρξει μια νέα ρύθμιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

«Σε κάθε περίπτωση η χώρα μας είναι αναγκαίο να τιμά το Σύνταγμα και τις διεθνείς δεσμεύσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν στην επικράτειά της ή μπαίνουν σε αυτή, είτε αυτοί είναι νόμιμοι είτε παράνομοι. Και οι οποιεσδήποτε διοικητικές δυσκολίες, έλλειψη πόρων και υποδομών ή ακόμα και αυτές οι ανησυχίες για τη δημόσια ασφάλεια από την ανεξέλεγκτη ροή αλλοδαπών μέσα στην εποχή της διεθνούς ανησυχίας για την τρομοκρατία, δεν μπορούν να υποσκελίζουν αυτό που για τη δημοκρατία μας είναι απολύτως απαραβίαστο: η αξία του προσώπου. Και σε αυτό το πεδίο δυστυχώς η χώρα μας έχει πολύ κακό μητρώο: υπάρχει μια σειρά από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου για την απάνθρωπη μεταχείριση που συνιστά η υπό συνθήκες αθλιότητας κράτησή τους. Σ' αυτό εστιάζεται μέχρι τώρα το ενδιαφέρον, αλλά γι' αυτό δυστυχώς νομίζω ότι έχουμε καταλήξει να κοιτάμε το δέντρο και να χάνουμε το δάσος, γιατί χωρίς να υποτιμώ την ανθρώπινη ευαισθησία οι δυσμενείς συνθήκες κράτησης είναι η παράπλευρη συνέπεια μιας πολύ σοβαρότερης δυσλειτουργίας που κατατρέχει το σύστημα προστασίας των αιτούντων άσυλο στη χώρα μας και αυτό είναι η γενικευμένη υποβολή σε καθεστώς κράτησης όλων όσοι εισέρχονται στη χώρα μας με σκοπό την απέλαση, χωρίς να εξετάζεται καν από πριν εάν αυτοί μπορούν ή πρόκειται να υπαχθούν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία που θα τους επιτρέψει να παραμείνουν στη χώρα μας».

Δηλαδή;

«Δεν τους δίνεται η δυνατότητα να ζητήσουν πολιτικό άσυλο παρά αφότου έχουν κρατηθεί και έχει εκδοθεί πράξη απέλασής τους. Έτσι ναι μεν δεν απελαύνονται μέχρι να κριθεί το αίτημά τους αλλά συχνότατα παραμένουν κρατούμενοι τρεις μήνες που ορίζει ο νόμος - οπότε και αφήνονται ελεύθεροι, ενώ αυτό θα μπορούσε να έχει γίνει ήδη πολύ πριν. Ή απορρίπτεται το αίτημά τους και προσφεύγουν κατά της απόρριψης. Αυτό λέγεται ότι έχει οδηγήσει πολλούς αλλοδαπούς να αποφεύγουν να ζητούν άσυλο ακόμη και αν ενδεχομένως το δικαιούνται».

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτό αποτελεί μια αποθαρρυντική στάση των ελληνικών αρχών;

«Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στην πλειονότητά τους όσοι έρχονται από τις χώρες αυτές δεν διώκονται προσωπικά ώστε να υπάγονται πράγματι στην κατηγορία του δικαιούμενου άσυλο, αλλά η προσέλευσή τους οφείλεται στην αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης ή στην αποφυγή των δυσμενών συνεπειών της σύγκρουσης και της φτώχειας στη χώρα προέλευσης. Οι άνθρωποι αυτοί που είναι πια η μεγάλη μάζα του πληθυσμού των τελευταίων ετών είναι πρόσωπα που δεν μπορούν να επωφεληθούν οιασδήποτε μορφής τακτοποίησης, καθώς οι λεγόμενες νομιμοποιήσεις παρανόμως εισερχομένων έχουν ένα ιστορικό όριο -το 2004 και το νόμο 3386. Από το 2004 και εντεύθεν οι άνθρωποι δεν μπορούν να τακτοποιηθούν: αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας έχει ένα σκοτεινό αλλά διαρκώς αύξοντα αριθμό αλλοδαπών, χωρίς χαρτιά, που δεν μπορούν να φύγουν και ο νόμος τούς στερεί τη δυνατότητα οιασδήποτε κοινωνικής μέριμνας εφόσον δεν είναι νομιμοποιημένοι. Έτσι, αυτοί ωθούνται στην εξαθλίωση και κυρίως στην εκμετάλλευση: εξ ου και τα φαινόμενα της ακραίας εκμετάλλευσης σε όλες τις αγροτικές περιφέρειες όπως με τις φράουλες στην Πελοπόννησο. Αυτοί είναι ο σκοτεινός αριθμός των νέων εν δυνάμει δουλοπάροικων».


«Ζητάμε το αυτονόητο: μια ανθρώπινη διαδικασία υποδοχής» 
 Όλγα Λαφαζάνη, Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών:
 
«Οι κραυγές των προσφύγων που φτάνουν στα ελληνικά νησιά δεν αποτελούν απειλή ή εισβολή, όπως συνηθίζει να ισχυρίζεται ο κυρίαρχος λόγος. Είναι άντρες, γυναίκες και παιδιά που δραπέτευσαν από τη φτώχεια, τον πόλεμο και την εξαθλίωση στις χώρες τους, κατάσταση για την οποία σε μεγάλο βαθμό είναι υπεύθυνη η Δύση. Η κατασταλτική πολιτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση με πρωτοπόρο την ελληνική κυβέρνηση, όχι μόνο δεν αποθαρρύνει ή αποτρέπει τους ανθρώπους που είναι αποφασισμένοι να ταξιδέψουν, αλλά αντίθετα ενισχύει τα κυκλώματα διακίνησης, αυξάνει το κόστος και την επικινδυνότητα του ταξιδιού. Η Ελλάδα υποδέχεται τους πρόσφυγες με φυλακίσεις, επαναπροωθήσεις και απελάσεις. Εμείς ζητάμε το αυτονόητο: μια ανθρώπινη διαδικασία υποδοχής, με ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας και πρόσβαση στο άσυλο».

«Κι όμως», όπως επισημαίνει η Νεολαία Ενάντια στον Ρατσισμό στην Ευρώπη (YRE), «δεν πρόκειται για "απόβαση μυρίων", αλλά για την επιβεβαίωση ότι "όποιος σπέρνει θύελλες, θερίζει καταιγίδες"».

«Έκπληξη αισθάνονται μόνον όσοι δεν θέλουν να δουν ότι ο πλανήτης μας έχει μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά ανασφαλές μέρος για να ζει ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού».

«Ακόμα και σήμερα όμως», συνεχίζει η YRE, «η ελληνική κυβερνητική πολιτική για τους πρόσφυγες, ασκείται σαν να μην είδαν, σαν να μην άκουσαν, σαν να μην ξέρουν τι συμβαίνει σε μεγάλα κομμάτια του πλανήτη. Ακόμα χειρότερα, σαν να πρέπει να απαλλαγούν από το "βάρος" πάση θυσία...».

Οι καταγγελίες για τα κέντρα υποδοχής - κράτησης που δεν υπάρχουν (στα περισσότερα νησιά ή συνοριακούς σταθμούς), δεν είναι τίποτα μπροστά στις καταγγελίες για τα κέντρα υποδοχής - κράτησης που υπάρχουν! Άθλιες συνθήκες, ανύπαρκτες υποδομές, μηδέν ευαισθησία για τις ειδικές κατηγορίες και, βέβαια, ουκ ολίγες καταγγελίες για βασανιστήρια και παραβιάσεις δικαιωμάτων από τους υποτιθέμενους «προστάτες» (αστυνομικοί - λιμενικοί κ.λπ.) αυτών των χώρων!

 

         
© 2017 Fair Planet hosted by external.gr, powered by design obsession