fairplanet
 

 
 
 
 
  • Greek
  • English (United Kingdom)
  • French (Fr)
 

Ένα βιβλίο σπάει τα κάγκελα | Εκτύπωση |
Συντάχθηκε απο τον/την Έφη Γιακουβάκη   
Δευτέρα, 08 Μάρτιος 2010 17:57

Κατά την τελευταία εικοσαετία ο καταγεγραμμένος αριθμός των ανήλικων που φέρεται να εκδηλώνει παραβατική συμπεριφορά στη χώρα μας αυξάνεται σταδιακά και σταθερά, και σε ποσοστά πολύ μεγαλύτερα από την εγκληματικότητα των ενηλίκων. Αρκετές εκατοντάδες είναι οι ανήλικοι που κρατούνται τόσο σε σωφρονιστικά καταστήματα, όσο και σε κρατητήρια.

Η Πολιτεία μεριμνά ελάχιστα για την πρόληψη της νεανικής εγκληματογένεσης και εξακολουθεί να διατηρεί ως «λύση» για την παραβατικότητα τις φυλακές ανηλίκων. Παιδιά και έφηβοι 13,14 και 15 έως 21 ετών φυλακίζονται, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων για ασήμαντη αφορμή κι επειδή δεν μπορούν να καταβάλουν τα χρήματα που ορίζονται ως πρόστιμο για μικροπαραβάσεις ή ως εγγύηση, καθώς δεν υπάρχουν εναλλακτικά κέντρα φιλοξενίας και αναμόρφωσης.
Παρόλο που είναι αυτονόητη η ρίζα της παράνομης δράσης και της αντικοινωνικότητας στα πολύ υπαρκτά νοσηρά φαινόμενα της ρευστής ηθικά και ανταγωνιστικής κοινωνίας μας, το κράτος και τα όργανά του εξακολουθούν «αντεπιτίθενται» δυναμικά στους νεαρούς παραβάτες και να απαντά κύρια με αυταρχισμό και καταστολή. Κάθε χρόνο εγκλείονται σε σωφρονιστικά καταστήματα κατά μέσο όρο 100 ανήλικοι (κάτω των 18 ετών). Το ποσοστό των εγκλείστων νέων ανέρχεται σήμερα στο 4,4% του συνόλου των κρατουμένων και παραμένει πολύ υψηλότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες (1,1% στη Γαλλία, 1% στην Αλβανία, 0,7% στην Ιταλία, ενώ η Ισπανία είναι η μόνη χώρα που δε φυλακίζει ανηλίκους. Αντίθετα, στην Ελλάδα το όρια ηλικίας για την απόδοση ποινικών ευθυνών σε ανηλίκους παραμένουν τα χαμηλότερα στην Ευρώπη (τα 13 χρόνια, έναντι 14 και 15 που ισχύει στις περισσότερες χώρες). 

Στοιχεία του Υπ. Δικαιοσύνης μας λένε ότι την περίοδο του Μαϊου του 2008, βρίσκονταν κρατούμενα στις ελληνικά καταστήματα κράτησης 438 ανήλικα άτομα ή μετέφηβοι (ως 21 ετών), με τους 60 να είναι κάτω των 18 ετών, με αιτίες κυρίως παραβάσεις του ΚΟΚ (!), μικροκλοπές και φθορά ξένης περιουσίας, τα ναρκωτικά (που συνεχώς αυξάνονται δραματικά σαν αιτία σύλληψης), τη λαθρομετανάστευση και μόνο 1% είναι οι «εκληματίες» (όσο μπορούν να χαρακτηριστούν στην ηλικία αυτή). Πλέον του 50% είναι υπόδικοι, οι τρείς στους τέσσερις εκ των οποίων είναι αλλοδαποί. Οι αλλοδαποί ανήλικοι κρατούμενοι ειδικά είναι έως και υπερδιπλάσιοι των ελλήνων. Από την κοινωνική γεωγραφία των κρατουμένων αποκαλύπτεται γενικότερη μεροληψία σε βάρος των αλλοδαπών και των ανηλίκων που προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο νόμος είναι ίσος για όλους. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι ίσοι. Οι κοινωνικά αδύναμοι παραβάτες είναι πιο ένοχοι. Και η απουσία ενός δικτύου πρόληψης, φροντίδας και προστασίας του παιδιού και του εφήβου έιναι ακόμη ένας παράγοντας που εντείνει τη φτώχεια, τις ανισότητες και τις διακρίσεις.

Αναγνωρίζουμε ότι τά δικαστήρια ανηλίκων επιλέγουν την ποινή του περιορισμού των νέων που «παρέκκλιναν» σε ειδικό κατάστημα κράτησης ως ένα είδος έσχατου μέσου, και γενικά αποφεύγουν να καταλήξουν σ’αυτή την επιλογή ποινής. Στις περιπτώσεις όμως τελικά που ποινές στέρησης της ελευθερίας επιβάλλονται, αυτές είναι πολύ αυστηρές και ορίζουν μεγάλη διάρκεια εγκλεισμού με ελάχιστο όριο τους έξι μήνες και μέγιστο τα είκοσι χρόνια, παραβιάζοντας την αρχή αναλογικότητας αξιόποινης πράξης – ποινής. Ακόμη, η περίπτωση της ποινής εγκλεισμού με αόριστη διάρκεια, που αποσαφηνίζεται κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής, παραβαίνει οποιοδήποτε παιδαγωγικό όρο και γίνεται αντικείμενο διεθνούς κριτικής. Αν και έχει ως σκοπό να ενεργοποιήσει τον ανήλικο ώστε αυτός να σμικρύνει το χρόνο κράτησής του με δικές του προσπάθειες αποδεικνύοντας έμπρακτα την «προσαρμογή» του, στην πράξη οδηγεί στην παράταση της κράτησης προκειμένου να αποτραπεί η τέλεση νεών εγκλημάτων.

Τα καταστήματα κράτησης ανηλίκων στην Ελλάδα σήμερα είναι τα εξής:

- Ειδικό καταστήματα κράτησης νέων Αυλώνα
- Ειδικό καταστήματα κράτησης νέων Βόλου
- Αγροτικό σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων Κασσαβέτειας
- Ειδικό κατάστημα κράτησης νέων Κασσαβέτειας
- Τμήμα κράτησης νέων στη δικαστική φυλακή Θεσσαλονίκης
- Φυλακή Διαβατών
- Γυναικεία φυλακή Κορυδαλλού
- Ίδρυμα αγωγής ανηλίκων Βόλου (μιά μορφή επιβίωσης του παλαιού «αναμορφωτηρίου»).

Στην πράξη ο εγκλεισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα σημαίνει τη στέρηση όχι μόνο της ελευθερίας αλλά και άλλων βασικών δικαιωμάτων για τα παιδιά αυτά, όπως της ελεύθερης έκφρασης, της ανάπτυξης της προσωπικότητας, της θεραπευτικής παρέμβασης για την αντιμετώπιση ειδικών προβλημάτων όπως η τοξικοεξάρτηση, τη στέρηση πολλών δυνατοτήτων για εξεύρεση διεξόδων και δημιουργικών επιλογών ως διέξοδο απο την προσωπική κρίση. Ανώριμα και ανερμάτιστα παιδιά, και μάλιστα σε μια καθοριστική ηλικία για τη διαμόρφωση άποψης και το πλάσιμο της προσωπικότητας, προερχόμενα κατά πλειοψηφία από τις πιο υποβαθμισμένες κοινωνικές μερίδες, διαβιώνουν σε αντιανθρώπινες συνθήκες και με συναναστροφές που οδηγούν εύκολα στην εξαγρίωση, στην αναπαραγωγή της παρανομίας, της επιθετικότητας, στη διαιώνιση της βιαιότητας και της ανομίας.

Με βάση τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί, οι έγκλειστοι ανήλικοι των σωφρονιστικών καταστημάτων προέρχονται επι το πλείστον από οικογένειες φτωχές, αδιάφορες ή διαλυμένες, με οικογενειακή ένταση ή και βία, με γονείς αμόρφωτους ή ακόμη και αγράμματους, γενικά από ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, που διαβιεί συχνότερα σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα. Η ιστορία τους σταθερά ξεχειλίζει από δραματικές λεπτομέρειες. Κατά κύριο λόγο αυτά τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί πρόωρα από το σπίτι τους και το σχολείο, και χαρακτηρίζονται από χαμηλές δεξιότητες και ελλιπή επαγγελματική κατάρτιση. ’Εχοντας προσωπικότητα ευάλωτη και φτωχή σε προσωπικά και ιδίως σε θετικά βιώματα, έχοντας βιώσει την αντιπάθεια και την έχθρα προς τους κοινωνικά και οικονομικά πιο αυτάρκεις συνανθρώπους τους, ζώντας γύρω τους την αποθέωση του ανταγωνισμού και του υλισμού, δε γνωρίζουν κάτι αρκετά σεβαστό για να σταματήσει την άνομη εκδήλωση της απόγνωσής τους. Αντιλαμβανόμαστε εύκολα ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός αυτών των παιδιών είχε ξεκινήσει από πολύ πρίν και ουσιαστικά δεν έχει προϋπάρξει κάν φυσιολογική ένταξη στην κοινωνία για να μιλήσουμε έπειτα για επανένταξη.

Όπως επισημαίνεται από τον Bruno Bettelheim: «Κανένα παιδί δεν παρουσιάζει εγκληματική συμπεριφορά αν προηγουμένως δεν έχει ζήσει σ’ένα περιβάλλον απορριπτικό ή καταστροφικό. Αυτή η οριακή κατάσταση οδηγεί το παιδί σε ακραίες ενέργειες. Δηλαδή ή να εξοντώσει τους εχθρούς του ή να αποσυρθεί ολοκληρωτικά από έναν κόσμο τόσο τρομακτικό». Κι αλλιώς εξηγεί: «Δεν μπορείς να δώσεις τίποτε, παρά μόνο ότι έχεις πάρει, και αν έχεις εισπράξει βία, δυσπιστία και απόρριψη αυτά είναι τα καλύτερα που μπορείς να δώσεις».

Οι φυλακές, όντας εκτός ορατότητας της ευρύτερης κοινωνίας, είναι ίσως ο σκληρότερος πυρήνας καταστολής από την πλευρά της ενάγουσας Πολιτείας, που πολύ συχνά αποδεικνύεται πως διακατέχεται από έντονα «τυφλή», εκδικητική και τιμωρητική αντίληψη. Οι φυλακές με την ανοχή του υπουργείου Δικαιοσύνης αποτελούν χώρο απαξίωσης και ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μέσα στον πρώτο χρόνο οι νέοι έγκλειστοι γνωρίζουν μεθοδικά κι εκτεταμένα την τεχνική της παραβατικότητας, και βιώνουν τον κοινωνικό στιγματισμό και την απομόνωση. Υφίστανται και άλλες απάνθρωπες εμπειρίες κατά τη διάρκεια του «σωφρονισμού» τους, με πρόδηλη τη βία από την πλευρά των δεσμοφυλάκων, τον υπερπληθυσμό στα κελιά, την απαράδεκτη και καταδικαστέα από κάθε συνθήκη συνύπαρξη προσωρινά κρατούμενων ανηλίκων με ενήλικες κατάδικους (μετεφήβους), την έλλειψη τόσο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης όσο και των στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, καθώς και κινήτρων ή μέσων για την υγιή και δημιουργική διευθέτηση της καθημερινότητας – αυτή είναι η αδιάλειπτη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν.

Εντός της φυλακής, σε παλιότερη έρευνα, οι κρατούμενοι νέοι σε ποσοστό 58% δήλωναν πως απασχολούνταν σε κάποια εργασία (έστω δευτερεύουσα), αλλά οι υπόλοιποι κυριολεκτικά κάθονταν, ασκούμενοι στην απραξία, την αδράνεια και την παθητικότητα, με μόνη επιλογή και διέξοδο το να παίζουν μπάλα ή κάνουν βόλτες στα λίγα διαθέσιμα μέτρα της φυλακής, παρά το γεγονός ότι 63% από αυτούς είχε έντονη επιθυμία να εργαστεί. Είναι παράλογο να αναμένεται από ένα παιδί να μεταστραφεί ψυχικά και να ορθοποδήσει όταν αυτό που αισθάνεται είναι η επιτακτική ανάγκη απλά για επιβίωση, μέσα σε συνθήκες που το αφήνουν μετέωρο, φοβισμένο και μόνο. Άλλο γεγονός που επηρεάζει και σημαδεύει την προσωπικότητά τους είναι το ότι οι περισσότεροι έγκλειστοι νέοι έχουν κάποια σχέση με ψυχότροπες ουσίες: το 61% είχαν δοκιμάσει ναρκωτικά πριν τον εγκλεισμό, 37% από αυτούς ήταν εξαρτημένοι και είχαν μυηθεί σε όλες τις συμπαρομαρτούντες συμπεριφορές: κλοπές, διαρρήξεις φαρμακείων, πορνεία, μικροεμπόριο ναρκωτικών, ληστείες. Κι όμως γνωρίζουμε πως μόνο η ανάπτυξη πραγματικών σκοπών ζωής και δημιουργικών ενδιαφερόντων υπερνικά το ηθικό κενό και αποκαλύπτει το δρόμο για τη διεκδίκηση μιας γόνιμης θέσης και παρουσίας στην κοινωνία.

Αντίθετα, όπως τραγικά αποδεικνύεται, 75% αυτών των παιδιών επιστρέφουν στις φυλακές αργότερα, πραγμα που καταδεικνύει την πλήρη αποτυχία του υφιστάμενου συστήματος σωφρονισμού. Οι καταδίκες που ακολουθούν δεν αφορούν πιά σε μικροκλοπές αλλα σε ληστείες, ανθρωποκτονίες ή βιασμούς. Είναι προφανές πως η διαδιακασία προσαρμογής των ανηλίκων στον ιδρυματικό υποπολιτισμό της φυλακής δυσχεραίνει ή καθιστά αδύνατη την κοινωνική τους επανένταξη μετά την αποφυλάκισή τους με αποτέλεσμα, εξαιτίας του στιγματισμού, της έλλειψης βοήθειας από το περιβάλλον τους και την Πολιτεία αλλά και του ενστερνισμού προτύπων εγκληματικής συμπεριφοράς από τους υπόλοιπους κρατουμένους, να οδηγούνται και πάλι στη διάπραξη αξιόποινων πράξεων. Πολλοί εύκολα «ιδρυματοποιούνται», αποκτούν κοινή κουλτούρα και στάση ζωής, και μάλλον παραιτούνται από κάθε προσπάθεια επανένταξης, καθώς η κράτηση γι’αυτούς τους μοιάζει φυσιολογικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.

Είναι τόσο υψηλή η υποτροπή γιατί οι περισσότερες αιτίες που οδήγησαν ένα νέο στην παραβατικότητα συνεχίζουν να υφίστανται και μετά την απόλυσή του, και επιπρόσθετα η υποδοχή που επιφυλάσσει η κοινωνία στον απολυθέντα είναι καχύποπτη, επιφυλακτική, ή και απορριπτική. Οι αποφυλακισμένοι νέοι ταυτόχρονα δεν γνωρίζουν έναν τρόπο να αποδόσουν παραγωγικά και με αυτή τη δράση να στηρίξουν τον ευαυτό τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι συχνά υποτροπούν στην ίδια μορφή παραβατικής συμπεριφοράς προκειμένου να επιβιώσουν, με σαφείς ενδείξεις βελτίωσης των τεχνικών παρανομίας. Τη δυσκολία επανένταξης αλλα και των καταγραφών για τη μελλοντική ζωή που επιφυλάσσει για τον ανήλικο η εμπειρία κράτησής του σε ένα περιβάλλον με ιδρυματικούς όρους καταδεικνύει το γεγονός ότι η πλειονότητα των ανηλίκων έχουν τελέσει το έγκλημα για το οποίο κατηγορούνται κατ’εξακολούθηση (40%) ή και κατ’επάγγελμα (26%)(από έρευνα του 1993). Γι΄ αυτό και υπάρχει συνεχής επανατροφοδότηση και επαναλαμβανόμενη ανακύκληση του πληθυσμού των φυλακών.

Ο εγκλεισμός συχνά αποτελεί και σε άλλες περιπτώσιεις την «εύκολη λύση» για την πολιτεία, καταδεικνύοντας κυρίως την ένδεια σε θεραπευτικά προγράμματα, σε συμβουλευτικά/παιδαγωγικά προγράμματα και προγράμματα επιμέλειας. Είναι όμως εγκληματικό λαθος να μην επενδύουμε στη στήριξη των νέων ανθρώπων αλλά στην ακύρωση και την έμμεση εξόντωσή τους. Ο εγκλεισμός συνεπάγεται σωρευτικά δεινά, όπως τον αποκλεισμό από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, τη στέρηση αυτονόητων υλικών και πνευματικών αγαθών και υπηρεσιών, την απουσία ετεροφυλικών σχέσεων, την απώλεια κάθε αυτονομίας και την αίσθηση έντονης ανασφάλειας. Στις αυτοκτονίες κρατούμενων νέων συνήθως δεν αποδίδεται καμία ευθύνη.

Η παραβίαση γενικότερα των διακαιωμάτων στη ζωή των ανηλίκων εντείνεται από τις γνωστές συνθήκες κράτησης που επικρατούν στα κρατητήρια των αστυνομικών τμημάτων και της διεύθυνσης αλλοδαπών. Ειδικά όσα περιστατικά κακομεταχείρισης ή κακοποίησης λαμβάνουν χώρα εντός κρατητηρίων αστυνομικών τμημάτων είναι δύσκολο να επιβεβαιωθούν, δεδομένης της έλλειψης τρίτων μαρτύρων. Ανήλικοι συλλαμβάνονται κατ’εφαρμογή του δικαίου των αλλοδαπών για παράνομη είσοδο και παραμονή στη χώρα και στη συνέχεια κρατούνται πρός απέλαση. Η κράτησή τους και ο συφυρμός τους με «πιστοποιημένους» εγκληματίες είναι όχι το έσχατο αλλα τελικά εφαρμόζεται ως το πρώτο και εύκολο μέτρο καθώς δεν έχουν δημιουργηθεί στέγες διαμονής και μονάδες φιλοξενίας και μέριμνας γι’αυτούς, ενώ κατά κανόνα ο υπό απέλαση ανήλικος δεν έχει διαπράξει καμία άλλη αξιόποινη πράξη πέραν της παράνομης παρουσίας του στη χώρα, για την οποία συνήθως ο ίδιος δεν ευθύνεται. Σε πολλές περιπτώσεις δε γνωρίζει καν το λόγο του εγκλεισμού του - για παράδειγμα οι μετανάστες που καταδικάστηκαν χωρίς παρουσία διερμηνέα ή δικηγόρου και αφού εκτίσουν πολύμηνη ποινή θα απελαθούν με συνοπτικές διαδικασίες από τη χώρα, με μοναδικό αδίκημα ότι δεν είχαν κάρτα παραμονής, ακόμη κι αν πρόκειται για ασυνόδευτους ανηλίκους. «Το ατομικό έγκλημα αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό του μαζικού εγκλήματος της εξουσίας» υποστηρίζει ο ψυχίατρος Κλεάνθης Γρίβας.

Αποσπάσματα από συνεντεύξεις πρώην και νυν κρατουμένων:

Ορέστης, 21 ετών, τσιγγάνος. Έμαθε να διαβάζει «ενώνοντας ένα προς ένα τα γράμματα…» Η φυλακή «είναι μεγάλη εμπειρία. Μπαίνει στο μυαλό σου. Δεν ξεκολλάει. Πολύ άσχημη κατάσταση… Στέλνοντάς μας στη φυλακή νομίζουν ότι κάνουν καλό. Αλλά είναι αντίστροφη μέτρηση. Δεν μας βάζουν μυαλό…Κι όταν βγείς δε σε βοηθούν, σε αφήνουν πίσω… Τότε θα πας αν κλέψεις… Η φύλακή σε κάνει άγριο, χειρότερο […] Δεν μπορείς να βρεις δουλειά. Δεν θα δουλέψει όμως το ποινικό μητρώο. Εγώ θα δουλέψω…»

Φοίβος, 21 ετών. Παιδί πολυμελούς οικογένειας. Θεωρεί ότι πέρασε όλη τη ζωή του στη φυλακή αφού μπαινοβγαίνει από τα 16 του στα σωφρονιστικά καταστήματα και ελάχιστες άλλες αναμνήσεις έχει. Το πρόβλημά του «είναι ένα, μόνο ένα, η φυλακή με έκανε τεμπέλη!». Παραμένει άπραγος, δεν παλεύει και ιδιαίτερα την επαγγελματική του αποκατάσταση. Δεν θέλει να κάνει όνειρα για το μέλλον: «Για το σήμερα ζω. Τι όνειρα να κάνω… Σήμερα είμαι ελεύθερος, αύριο αν δε βρώ τα χρήματα (σ.σ.: για να κλείσει τις δικαστικές του εκκρεμότητες) θα είμαι πάλι μέσα…»

Βασίλης, 22 ετών. Η φυλακή τον εκπαίδευσε στην τεμπελιά και τα ναρκωτικά. Σήμερα δουλεύει στο φανοποιείο του πατέρα του. «Στη φυλακή έμαθα να είμαι ψυχρός. Δεν ήθελα να με βλέπουν να κλαίω γιατί θα με περνούσαν για αδύναμο…»

Λευτέρης. Τοξικομανής. Παιδί του δρόμου, δε γνώρισε ποτέ οικογένεια και πέρασε από όλα τα αναμορφωτικά ιδρύματα της χώρας. Εκεί εκπαιδεύτηκε ώστε να υπερηφανεύεται ότι κατέχει τα πρωτεία της τέχνης του εγκληματείν…«Μαθαίνω το μεγάλο κόλπο. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο τυχερός…» Αδράνεια, παθητικότητα, αδιαφορία, μ’αυτά τον προίκισε η φυλακή.

Βαγγέλης, 24 ετών. Αφότου αποφυλακίστηκε μένει σε παγκάκια και πλατείες. Προσπαθεί να βρεί δουλειά αλλά είναι δύσκολο για κάποιον που δεν έχει στέγη. Κάποια στιγμή μπορεί να ξαναβρεθεί στη φυλακή, αλλα προσωρινά είναι ελεύθερος…«Είμαι δυνατός χαρακτήρας. Τώρα πιά μπορώ να αντιμετωπίσω τα πάντα. Τίποτα δε με τρομάζει…»

Ο σχετικά προσφατος νόμος 3189/2003 «περί αναμόρφωσης της ποινικής νομοθεσίας των ανηλίκων και άλλες διατάξεις» θεσπίζει νέα εξωιδρυματικά μέτρα για την μεταλλαγή της προσωπικότητας του κρατούμενου νέου, όπως τη συνδιαλλαγή ανηλίκου δράστη και θύματος για την έκφραση συγγνώμης και την εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, την αποζημίωση του θύματος ή την κατ’άλλο τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ίδιο τον ανήλικο δράστη, την παροχή κοινωφελούς εργασίας και την πολύμορφη έμπρακτη αλλα με επίβλεψη εμπλοκή του νέου στη ζωή της κοινότητας, την παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων από εξειδικευμένες υπηρεσίες, τη φοίτηση του ανήλικου σε επαγγελματικές ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης σχολές, την παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, την ανάθεση της επιμέλειας στους επιμελητές ανηλίκων, δηλ. μέτρα υποστηρικτικά της προσωπικότητας του δράστη, αναμορφωτικά και θεραπευτικά, τουλάχιστον ως προς τη διακήρυξή τους, που φαίνεται ότι κινούνται στην οπτική της ενίσχυσης του αυτοσεβασμού του ανηλίκου, μέσα από το σεβασμό των δικαιωμάτων τόσο του ίδιου όσο και των συνανθρώπων του, και ιδίως του θύματος.

Επτά χρόνια μετά την ψήφιση του παραπάνω νόμου σε ελάχιστο βαθμό έχουν εφαρμοστεί τα νέα μέτρα, δεδομένου ότι έλλειψη χρημάτων και πολιτικής βούλησης οδηγεί σε αχρησία τους καινοτόμους αναμορφωτικούς θεσμούς που εισάγει η νομοθεσία, οι οποίοι θα μπορούσαν να επανεντάσσουν ομαλά το νεαρό παραβάτη στην κοινωνία και όχι να τον εξοστρακίζουν από αυτή. Τα σωφρονιστικά καταστήματα πάσχουν από έλλειψη του κατάλληλου υποστηρικτικού προσωπικού και από χαμηλό επίπεδο ένταξης των συμβουλευτικών διαδικασιών και εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από την παντελή ανυπαρξία ερεθισμάτων. Επίσης, το πώς η διοίκηση και οι τομείς που διαχειρίζονται την ασφάλεια και τη φύλαξη του κάθε καταστήματος ερμηνεύουν και αντιμετωπίζουν τις διατάξεις που θεσμοθετούν τέτοιες ριζοσπαστικές διαδικασίες έχει αντίκρυσμα στην έκταση και τον τρόπο εφαρμογής των δικαιωμάτων και των νεωτεριστικών αναμορφωτικών μεθόδων, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος οι προτάσεις και τα σχέδια αυτά να καταστούν ανενεργά ή να πληρωθούν σε τυπικό μόνο επίπεδο. Κατ’ επέκταση, ως σήμερα καθόλου δεν καταφέρνουν να απαλλαγούν οι νεαροί τρόφιμοι από την αρνητική κοινωνική ταυτότητα που τους χαρακτηρίζει. Ως κατάληξη αργότερα, οι περισσότεροι αποφυλακισμένοι νέοι καταβάλλουν σκληρότατη και γενναία προσπάθεια για να ισορροπήσουν στην ελευθερία, να απεξαρτηθούν από ουσίες και παλαιότερες συναναστροφές, και κάποιοι, δυστυχώς λίγοι, καταφέρνουν να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά, δημιουργώντας οικογένεια και ζώντας μια φυσιολογική ζωή.

Πρέπει να έχουμε πρώτιστα κατά νού ότι δομές επανένταξης πρέπει να στήνονται με πραγματική έγνοια για το παιδί και τον έφηβο, με στόχο την πρόληψη και όχι την καταστολή, με παραδοχή της ιδιαιτερότητας, με αποδοχή της νεανικής πολύπλευρης αμφισβήτησης, που σε κάποιες περιπτώσεις εκφράζεται και με ανυπακοή στους συμβατικούς κανόνες συμπεριφοράς. Λείπει όμως καθώς φαίνεται ο κεντρικός θεσμοθετημένος συντονισμός των αρμόδιων φορέων για τη δημιουργία των εναλλακτικών θεσμών ισότιμης και δημιουργικής ένταξης παιδιών και εφήβων στο κοινωνικό σύνολο και έτσι η νομοθεσία δεν έχει λειτουργήσει. Η επανένταξη απαιτεί την προσφορά γόνιμων ερεθισμάτων και αντίστοιχης διαπαιδαγώγησης αλλά επιπλέον και ειδικής επαγγελματικής κατάρτισης, ώστε ο νέος να μάθει να ανταποκρίνεται στο εξής με θετικό πνεύμα, επάρκεια και ικανότητα στις προκλήσεις του παραγματικού κόσμου.

Οι πιο προοδευτικές προτάσεις για την αναδιαμόρφωση της διαβίωσης εντός των καταστημάτων κράτησης αλλα και για την αποτροπή από τις πράξεις αντικοινωνικότητας και παρανομίας κινούνται στους άξονες μιας αντίληψης «εποπτευόμενης ελευθερίας» κι όχι ακυρωτικού, καταστροφικού εγκλεισμού:

  • δημιουργία δομών «ανοιχτού τύπου» ή ημιελεύθερης διαβίωσης, παιδαγωγικού / συμβουλευτικού / θεραπευτικού χαρακτήρα ειδικά για μικρής σημασίας αδικήματα
  • κοινωφελής εργασία κι η ένταξη των ανηλίκων σε  προγράμματα της τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωφελών δημοσίων και μη κυβερνητικών οργανισμών, με βάση την παραδοχή ότι η παραβατικότητα είναι κατα βάση κοινωνικό πρόβλημα και επομένως η εμπλοκή της κοινότητας στην αντιμετώπισή της είναι εξαιρετικής σημασίας
  • πρόληψη και υποστηρικτική παρέμβαση πρίν την ποινική εμπλοκή με ενίσχυση του έργου των κοινωνικών υπηρεσιών και των δομών ψυχικής υγείας της κοινότητας, ευνοϊκή και θεραπευτική μεταχείριση ανηλίκων που η παραβατικότητά τους έχει σχέση με ναρκωτικά
  • συνθήκες κατά το δυνατό εγγύτερα στα πρότυπα της οικογενειακής ζωής 
  • διαχωρισμός από ενήλικα κρατούμενα άτομα και ουσιαστική προσαρμογή στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας. 
  • κατάλληλη ψυχαγωγία, δημιουργική απασχόληση, πνευματικά ερεθίσματα 
  • οικονομική βοήθεια για να μην υποτάσσονται στους «ισχυρούς» της φυλακής 
  • ενθάρρυνση ουσιαστικής σχολικής φοίτησης και επαγγελματικής κατάρτισης 
  • το προσωπικό, διοικητικό και παιδαγωγικό, να δημιουργεί με τους έγκλειστους ανήλικους σχέσεις φροντίδας, έμπνευσης και καθοδήγησης. Ομάδες συνειδητοποιημένων εθελοντών μπορούν να μεταφέρουν μια φρέσκια αίσθηση «κοινωνίας» και επικοινωνίας, και παράλληλα να αποτελούν το «μάτι» της κοινωνίας και γέφυρα προς αυτήν. Οι ανήλικοι πλάθουν συχνά μια ιδεατή εικόνα για τον έξω κόσμο. Επιστρέφουν όμως από την άδειά τους με το αίσθημα της προδοσίας, επειδή και η έξω πραγματικότητα δεν τους δικαιώνει.

Οι παραπάνω προτάσεις συμφωνούν σε όλες τις γραμμές με το Ψήφισμα Α4-0369 του 1998 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διευθέτηση των θεμάτων σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο των ποινών και των συνθηκών κράτησης στις φυλακές των ευρωπαϊκών χωρών. Το Ψήφισμα αυτό, έχοντας υπόψη το ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών και των θεσμοποιημένων τους οργάνων στην παγκόσμια κοινότητα, καθώς και όλες τις γενικές και πιο ειδικές Διακηρύξεις και Πρωτόκολλα για τον Άνθρωπο, την κοινωνία του, τα θεμελιώδη δικαιώματά του και τις απορρέουσες νομολογίες σχετικά, και ταυτόχρονα τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης σε πολλές χώρες της Ευρώπης, αλλα και τις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες, ζητά, με επίταση και επιμονή, και με λεπτομερειακές επισημάνσεις και υποδείξεις για όλες τις πλευρές των θεμάτων, την τήρηση αρχών και την θεσμοποίηση νέων, εναλλακτικών των ποινών και της αποστέρησης, μεθόδων, που θα υπολογίζουν την ανθρώπινη αξία σε όλες της τις διαστάσεις και θα έχουν τελικά πραγματικό αποτέλεσμα στο κοινωνικό πεδίο. Οι ατομικές, ιατρικές, ψυχικές, πνευματικές, ηλικιακές, μορφωτικές, εργασιακές, οικονομικές, οικογενειακές, κοινωνικές, επικοινωνιακές, πολιτικές, νομικές, πολιτιστικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, ψυχαγωγικές ανάγκες αναγνωρίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως φυσικές και αυτοδίκαιες στους κρατούμενους, εκτός ρητής άρσης κάποιων  ειδικών ελευθεριών από το δικαστήριο, και συνεπώς θα πρέπει να εξυπηρετούνται παρόμοια όπως και για κάθε άλλο κάτοικο μιας χώρας. 

Ειδικά για τους ανήλικους, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι της άποψης ότι οι ανήλικοι δεν πρέπει να φυλακίζονται αλλα να υπάγονται σε ένα νέο κατάλληλο Δίκαιο που οφείλουν τα κράτη μέλη της Ευρώπης να θεσπίσουν, με στόχο την κάλυψη των πολλών ουσιαστικών και εκπαιδευτικών ελλείψεων στις οποίες συχνά οφείλεται η επιλήψιμη συμπεριφορά τους. Ως προς την εκπαίδευση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τη θέση ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πια σαν ένα «προνόμιο» που παραχωρείται στους ανηλίκους κρατουμένους, αλλά σαν «δικαίωμά» τους και «θεμελιώδης συνταγματική υποχρέωση» της Πολιτείας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισύρει την προσοχή των δημοσίων αρχών και στη σημασία του εργου που επιτελείται από τις οργανώσεις και τους ΜΚΟ που κινούνται στο χώρο των φυλακών, οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη συντρόφευση και επανένταξη των κρατουμένων, και ζητά να ενισχυθούν σημαντικά οι ενέργειές τους.

Στα σχολεία που λειτουργούν σήμερα στο εσωτερικό ορισμένων ιδρυμάτων, οι διδάσκοντες πέραν των τυπικών τους προσόντων είναι εύλογο να οφείλουν να έχουν παρακολουθήσει ειδική εκπαίδευση, με βασικές γνώσεις ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, κοινωνικής πρόνοιας σε θέματα σχετικά με τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές των ανηλίκων και τους τρόπους αντιμετώπισής τους, αλλα να διαθέτουν και προσωπική θετική στάση, ιδιαίτερη ευαισθησία, ώστε να μπορούν να διαμορφώσουν ένα κλίμα αποδοχής, εμπιστοσύνης και θετικών προσδοκιών απέναντι στους νέους που υφίστανται την κοινωνική απομόνωση και το στιγματισμό. Υποτίθεται επίσης πως η διδακτέα ύλη είναι η ίδια με εκείνη που διδάσκεται στα κανονικά σχολεία. Η πραγματικότητα όμως απέχει πολύ από το νομοθετικό πλαίσιο, καθώς ελάχιστοι εκπαιδευτές έχουν παρακολουθήσει ειδική εκπαίδευση, ενώ συνήθως ακολουθείται μόνο το πρόγραμμα λίγων τάξεων της βασικής εκπαίδευσης, με την πρόσθεση κάποιων πρακτικών πληροφοριών και γενικών γνώσεων. Μέσα στην τάξη τα παιδιά έχουν διαφορετικό γνωστικό επίπεδο αλλα και ανόμοιο βαθμό γνώσης της ελληνικής γλώσσας, ξεκινώντας από τους αναλφάβητους. Χαρακτηριστικό είναι όπως λέει ένας εκπαιδευτικός ότι «ενώ δεν τους γελάς στις συναλλαγές τους, δεν ξέρουν να κάνουν τις πράξεις».

Όταν προσφέρεται στα εργαστήρια ορισμένων ιδρυμάτων κράτησης επαγγελματική εκπαίδευση, δίνεται η αίσθηση ότι ενδιαφέρει περισσότερο τα παιδιά. Οι διδάσκοντες και υπεύθυνοι στον τομέα αυτόν χαίρουν περισσότερης εκτίμησης και ασκούν ιδιαίτερη επιρροή στα παιδιά λειτουργώντας ως ένα είδος προτύπου γι’αυτά, είτε επειδή, συνήθως λόγω ταξικής προέλευσης, έχουν τον ίδιο τρόπο εκφρασης και αντιμετώπισης του κόσμου με αυτά, είτε επειδή εκείνα ευελπιστούν ότι θα ασκήσουν στο μέλλον το ίδιο επάγγελμα. Από την άλλη πλευρά οι νεαροί κρατούμενοι, βιώνοντας καθημερινά μία κατάσταση διανοητικής χαλαρότητας και χαυνότητας, με πλήρη ανυπαρξία ερεθισμάτων και προαιρετική ουσιαστικά την συμμετοχή στη στοιχειώδη εκπαίδευση, τείνουν να πιστεύουν ότι είναι μάταιη και ανέφικτη η σχέση τους με οποιαδήποτε πνευματική εργασία και ότι δεν είναι ικανά ούτε προκαθορισμένοι γι’αυτή.

Επίσης, έξοδοι από το ίδρυμα για εκπαιδευτικούς ή πολιστικούς σκοπούς δεν πραγματοποιούνται σχεδόν ποτέ, και σπάνιες είναι οι αντίστοιχες εκδηλώσεις μέσα στο ίδρυμα. Η επαφή των έγκλειστων παιδιών με την καλλιτεχνική δημιουργία, με την κοινωνική πραγματικότητα, με τα μέσα και τις διαδικασίες παραγωγής είναι ανύπαρκτη. Τα παιδιά αγνοούν τη λειτουργία των θεσμών, τα διακαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, την ιστορική και κοινωνική συνέχεια, τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τους τα γνωρίσει. Η έλλειψη και οι αργοί ρυθμοί στελέχωσης των καταστημάτων με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και η απουσία υλικοτεχνικής υποδομής για την ανάπτυξη εκπολιτιστικών δραστηριοτήτων έχει ως αποτέλεσμα οι μορφωτικές λειτουργίες και η ψυχοκοινωνική στήριξη να παρέχονται συνοπτικά και διαχειριστικά και η ενέργεια των υπηρεσιών των περισσότερων καταστημάτων κράτησης να εξαντλούνται σε διοικητικά και γραφειοκρατικά καθήκοντα. Οι ανήλικοι παραβάτες αφήνονται με μηδαμινές προοπτικές για μια μελλοντικά αυτοδύναμη αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών.

Κάπως καλύτερα φαίνονται τα πράγματα στο κατάστημα κράτησης του Αυλώνα, όπου οι περίπου τριακόσιοι ανήλικοι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ενός κανονικού σχολείου, Γυμνασίου και Λυκείου, το οποίο λειτουργεί μέσα στο χώρο της φυλακής. Κάποιοι μάλιστα ετοιμάζονται για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Φαίνεται πως βλέπουν στη ζωή τους ορίζοντα και βάζουν προσανατολισμό. Διακρίνουν ή και πιστεύουν στη δυνατότητα να γίνουν υπεύθυνα και ικανά κοινωνικά μέλη, που στο μέλλον να αποδίδουν στο επαγγελμά τους, να παράγουν ωφέλιμα αγαθά και να κερδίζουν ψυχική ικανοποίηση και κοινωνική αναγνώριση.

Επίσης, παρόλο το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στο νομοθετικό πλαίσιο και την πρακτική εφορμογή του, έχουν κατά καιρούς δημιουργηθεί πειραματικές προσπάθειες παρέμβασης από ευρωπαϊκούς και ελληνικούς πανεπιστημιακούς, κοινωνικούς και θεσμικούς φορείς με στόχο την οικειοθελή επαγγελματική κατάρτιση νέων που περνούν από ιδρύματα αγωγής και σωφρονισμού, μαζί με την ψυχοκοινωνική τους υποστήριξη, όπως τα προγράμματα LEONARDO και INTEGRA. Αυτά τα προγράμματα αφορούν, μεταξύ άλλων, στην εκπαίδευση εγκλείστων ανηλίκων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών και με εξ αποστάσεως διδασκαλία πάνω στις γραφικές τέχνες και το χειρισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλα και την απασχόλησή τους σε επιδοτούμενες από τον ΟΑΕΔ θέσεις εργασίας σε επιχειρήσεις.  Η εκπαίδευση και ο μη αποκλεισμός των ανηλίκων αυτών από την εργασία δεν έχει μόνο σκοπό την παροχή γνώσεων και την εξασφάλιση χρημάτων. Σκοπό έχει τη βίωση από αυτούς εμπειριών αποδοχής, δημιουργίας και ελευθερίας, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους. Στις προσπάθειες που γίνονται για την υποστήριξη και υποβοήθηση των κοινωνικά μειονεκτούντων αυτών ανηλίκων, το κίνημα του εθελοντισμού αναδεικνύεται ξανά σε ένα πολύ σημαντικό και αποτελεσματικό παράγοντα.

Είναι απολύτως φανερό πως δύο λογικές εξακολουθούν να συνυπάρχουν στην αντιμετώπιση του θέματος της παραβατικότητας των ανηλίκων: η «αυταρχική» και η «ριζοσπαστική». Η πρώτη βασίζεται στην ενίσχυση της καταστολής, στην αυστηρότητα του νόμου και των ποινών, και πρακτικά εξακολουθεί να υπερισχύει, ενώ η δεύτερη δίνει έμφαση στην κοινωνική πολιτική του κράτους, στην πρόληψη του προβλήματος και στην ουσιαστική πλέον αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος. Χωρίς να ισοπεδώνουμε την κάποια κοινωνική χρησιμότητα της «κατασταλτικής» αντίληψης στην προσπάθεια μιας πανικόβλητης, αλλα και δομικά άδικης, κοινωνίας για την – οριακή και μόνο - διατήρηση της κοινωνικής «τάξης» και «ειρήνης», είναι αναγνωρισμένα τα τεράστια κενά και οι παραλείψεις της, και ιστορικά η παταγώδης αποτυχία της. Η βία ως γνωστόν, εξαχρειώνει περισσότερο τον άνθρωπο και φέρνει μόνο περισσότερη βία. Για τον ανήλικο χρειάζονται αναμορφωτικά μέτρα κι όχι απορριπτικός και χαιρέκακος εγκλεισμός. Κι έπειτα, σε καμία περίπτωση η φυλάκιση δεν ευνοεί την οποια κοινωνική επανένταξη. Η ισορροπία ανάμεσα στον ηθικό πανικό της κοινής γνώμης (δικαιολογημένο ή κατασκευασμένο) και στη δεύτερη ευκαιρία στον ανήλικο δεν μπορεί να κατορθωθεί μέσω του αναποτελεσματικού εγκλεισμού αλλα μέσω ενός πλέγματος εξωιδρυματικών μέτρων κοινωνικής στήριξης του ανηλίκου και παροχής σ’αυτόν ευκαιριών.

Ο καθηγητής εγκληματολογίας κ. Γιάννης Πανούσης υποστηρίζει την άποψη «εποπτευόμενη ελευθερία κι όχι εγκλεισμός». Η θέση του κ. Πανούση είναι η εξής: ο ποινικός σωφρονισμός με εγκλεισμό των ανηλίκων δικαιολογείται μόνο στη βαριά εγκληματικότητα (ανθρωποκτονία, βιασμός, ληστεία, κλοπές διακεκριμένες, συμμετοχή σε εγκληματικές οργανώσεις) λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος, της προσωπικότητας του δράστη και για «τη συγκράτηση από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων», ενώ για όλα τα υπόλοιπα θα έπρεπε να απαγορεύεται ο εγκλεισμός.  «Σε καμιά περίπτωση η φυλάκιση δεν ευνοεί την κοινωνική επανένταξη» τονίζει, ενώ προτείνει ως λύση τις Μονάδες Μέριμνας και την εποπτευόμενη ελευθερία, σε αντιδιαστολή με τον εγκλεισμό. Οι Μονάδες Μέριμνας θεωρεί πως θα ήταν σωστότερο να υπάγονται στο υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και όχι στο έτσι κι αλλιώς κατασταλτικό υπουργείο Δικαιοσύνης και προτείνει μέτρα εναλλακτικά στη φυλάκιση: μέτρα επιμέλειας, κοινωφελή εργασία, επανορθωτική δικαιοσύνη, ενίσχυση ενός δυναμικού και ισότιμου ρόλου συμμετοχής των νεαρών παραβατών στην κοινωνία.
Η νέα κοινωνικοποίηση για τον κ. Πανούση δεν μπορεί να συντελεσθεί στο εσωτερικό της παραβατικής υποκουλτούρας. Οι ανήλικοι αυτοί σήμερα βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια βαθμιαία ανοδική τροχιά «εγκληματικής» συμπεριφοράς, που εξελίσσεται με την πρόοδο του χρόνου σε «εγκληματική» σταδιοδρομία. Ο κ. Πανούσης υποστηρίζει τη σταδιακή κατάργηση των στερητικών της ελευθερίας ποινών με εξωιδρυματικά μέτρα που θεσπίζει η νομοθεσία (βλ. Ν. 3189/03, εμπλουτισμένος με τη θέσπιση νέων αναφορφωτικών μέτρων). Θεωρεί απαραίτητη και την αντιμετώπιση των «μύθων» για τη νεανική εγληματικότητα, την έκθεση ευρωπαϊκών και διεθνών εμπειριών και την ανάγκη νέων προτάσεων με βάση την ελληνική πραγματικότητα. Υποστηρίζει τη φοίτηση των νεαρών εγκλείστων σε σχολές επαγγελματικές ή άλλης εκπαίδευσης και κατάρτισης, την αναμόρφωση κι όχι την παραμόρφωση, τη θεραπεία κι όχι το στιγματιστικό περιθώριο.

Ο νομικός και πολιτικός Φώτης Κουβέλης σημειώνει: «Επιβεβαιώνεται επιστημονικά ότι οι ανήλικοι κρατούμενοι που εγκλείονται σε σωφρονιστικά καταστήματα ακολουθούν στη συνέχεια μια εγκληματική σταδιοδρομία. Τούτο ιδίως ισχύει για ανήλικους που διαπράττουν σοβαρές αξιόποινες πράξεις με ποινή στέρησης της ελευθερίας από δύο έτη και πάνω, πράγμα που καταδεικνύει την απόλυτη αναποτελεσματικότητα αυτού του σωφρονισμού… Λείπει δραματικά η αποτελεσματική υπηρεσία των επιμελητών ανηλίκων, οι επιστήμονες, οι ψυχολόγοι, οι κοινωνιολόγοι…»

Για την εφαρμογή των εναλλακτικών μέτρων χρειάζεται οργάνωση, εξειδικευμένοι φορείς, εκπαιδευμένο στελεχικό δυναμικό, υποδομές, τεχνογνωσία, πόροι και κυρίως τόλμη. Γιατί η κατάργηση του εγκλεισμού των ανηλίκων αποτελεί ένα πρώτο θεσμικό βήμα για την επανεκπαίδευση και τη διαπαιδαγώγηση της ίδιας της κοινωνίας ως προς τους τρόπους προσέγγισης και επίλυσης προβλημάτων που η ίδια έχει προκαλέσει λόγω της υποκρισίας, της αδιαφορίας, της ανικανότητας, της αναλγησίας, της πολιτικής της κοινωνικής εγκατάλειψης και της δημιουργίας των όρων και των προϋποθέσεων για την «παραβατικότητα».

Τη θλιβερή εικόνα αναγνωρίζει και το υπουργείο Δικαιοσύνης. Μελετούνται σοβαρές αλλαγές όπως:

  • Αύξηση ορίου ποινικής ευθύνης από τα 13 που είναι σήμερα στα 14 ή 15 χρόνια
  • Η φυλάκιση των ανηλίκων να αποτελεί πραγματικά έσχατη λύση. Ο εγκλεισμός να επιβάλλεται μόνο για σοβαρά κακουργήματα βίας που τελούνται κατά συνήθεια  και επάγγελμα κι όχι γενικά για όλα τα αδικήματα.
  • Να περιοριστεί στα 10 χρόνια, από τα 20 που είναι σήμερα, το ανώτατο όριο φυλάκισης για ανηλίκους.
  • Η Επέκταση της κοινωφελούς εργασίας και της επιμέλειας από ανάδοχες οικογένειες.
  • Η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής και ειδικών διαδικασιών χορήγησης αδειών. 
  • Η επανενεργοποίηση του θεσμού της διαμεσολάβησης ανήλικου-θύματος για κάποια συμφιλίωση κατά το δυνατόν, ώστε να αποφεύγεται η άσκηση ποινικής δίωξης

Παρόμοιες είναι οι προτάσεις του Συνηγόρου του Παιδιού, ο οποίος δίνει επίσης έμφαση στα προγράμματα πρόληψης και υποστηρικτικής παρέμβασης πρίν από την ποινική εμπλοκή των ανηλίκων, με την ενίσχυση του έργου των κοινωνικών υπηρεσιών και των δομών ψυχικής υγείας της κοινότητας. Ο Συνήγορος του Παιδιού τονίζει ότι είναι απαραίτητη η αποτελεσματική υποστήριξη των ανηλίκων παραβατών, μέσα από το σεβασμό της αξιοπρέπειας, της προσωπικής αξίας και των δικαιωμάτων τους, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία των Μονάδων Μέριμνας Νέων ώστε να περιοριστεί η κοινωνική τους περιθωριοποίηση.

Σελίδα 2

 

         
© 2017 Fair Planet hosted by external.gr, powered by design obsession